Μεγαλώνοντας άρχισα να ξεχωρίζω τους ανθρώπους. Να τους κατατάσσω σε κατηγορίες. Σε αυτούς που νοιάζονται, σε αυτούς που κάνουν πως νοιάζονται, σε αυτούς που αδιαφορούν και σε αυτούς για τους οποίους αδιαφορώ. Βέβαια, είχα πάντα την τάση να δραματοποιώ τις καταστάσεις και να νοιάζομαι για αυτές παραπάνω από όσο πρέπει, να μην αφήνω τους ανθρώπους να χαθούν εύκολα και να νοιάζομαι για αυτούς περισσότερο από όσο έπρεπε, γνωστούς και άγνωστους, φίλους και μη.
Έμαθα να ξεχωρίζω την οικογένεια από τους ξένους. Και είχα μεγάλη οικογένεια. Αδέρφια από την ίδια μάνα και πατέρα και από διαφορετικούς γονείς. Από τα άτομα που δε βρίσκουν όλοι οι άνθρωποι στη ζωή τους. Σπάνιοι. Βρήκα ανθρώπους να αγαπήσω. Λίγους, ελάχιστους, ζυγός, μονός ο αριθμός ακόμη δε κατέληξα, μάλλον γιατί ήταν μονός. Μόνος. Κατάλαβα ότι η αγάπη δεν αρκεί για να κάνει ευτυχισμένους τους ανθρώπους. Χρειάζονται και άλλα. Κατάλαβα όμως ότι και τα άλλα μόνα τους δε κάνουν ευτυχισμένους τους ανθρώπους. Σκέφτηκα πολύ για να βρω τι είναι η ευτυχία.
Θυμάμαι να νιώθω ευτυχισμένη όταν πρόσφερα κάτι χωρίς αντάλλαγμα. Όταν άκουσα το ευχαριστώ αυτού που δεν είχε τίποτα να μου προσφέρει, αλλά το κράτησα σα το πιο πολύτιμο πράγμα που μου έχουν δωρίσει στη ζωή μου. Κατάλαβα ότι η ευτυχία δε κρύβεται στα υλικά και τα μεγάλα. Την ευτυχία δεν στην προσφέρει ο έρωτας, τα χρήματα, η δόξα. Την ευτυχία στην προσφέρουν οι άνθρωποι, οι κοντινοί, οι μακρινοί, οι γνωστοί και οι άγνωστοι. Και είδα πως υπήρχαν άνθρωποι που με κάναν ευτυχισμένη. Πήρα το χαμόγελο των ξένων και το φόρεσα.
Έμαθα ότι οι άνθρωποι που νοιάζονται θα νοιάζονται για πάντα. Από μακρυά ή από κοντά. Με θόρυβο ή αθόρυβα. Ένιωσα πως οι σχέσεις των ανθρώπων είναι κλωστές που τέμνονται στο ενδιαφέρον και βαδίζουν παράλληλα στην αδιαφορία. Είδα ανθρώπους να φεύγουν και να μη γυρνάνε, είδα ανθρώπους να στέκονται στο παρασκήνιο και να χειροκροτούνε αθόρυβα. Άφησα τους ανθρώπους να με πλησιάσουν και λίγους τους κράτησα, τους σπάνιους μου, τους δικούς μου σπάνιους.
Είναι πολλοί που λατρεύουν τη ζέστη και θέλουν να μπουν στο καζάνι. Καίει όμως η φωτιά και λίγοι αντέχουν το κάψιμο. Οι οάσεις είναι θελκτικές και οι σειρήνες παίζουν το τραγούδι τους στους ναύτες του Οδυσσέα. Ο λυγμός της Πηνελόπης δε φτάνει στον Όλυμπο. Εκείνη όμως καρτερεί και πλέκει το υφαντό της, ώσπου να έρθει ο Οδυσσέας.