Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Δίχως τίτλο

Δεν υπάρχουν πιο ωραία λόγια από αυτά που είναι αληθινά, αυτά που έχουν νόημα, αυτά που βγάζουν νόημα. Που δεν έχουν λογικές αντιφάσεις και ερωτηματικά.

Όλοι έχουν να λένε για τις θυελλώδεις σχέσεις και τα προβληματικά σενάρια επίλυσης τους, προβληματικά γιατί καμία από αυτές τις σχέσεις δε προχώρησε. Κανείς από αυτούς που αποτέλεσαν κομμάτια τους δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής με τον άλλο, είτε προσπαθώντας να προφυλάξει ο καθένας τον εαυτό του είτε προσπαθώντας να ξεγελάσει τον άλλο για τους δικούς του λόγους.

Δεν υπάρχουν θυελλώδεις έρωτες, υπάρχουν άνθρωποι που αγαπάνε, άνθρωποι που δεν αγαπάνε, άνθρωποι που κοροϊδεύουν και άνθρωποι που αδιαφορούν. Σε κάθε περίπτωση η καλύτερη συμβουλή είναι η ειλικρίνεια.

Δυστυχώς κάποιοι δε μπορούν να είναι ειλικρινείς όχι μόνο με τους άλλους, αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Δε βλέπουν το πρόβλημα τους, το καλύπτουν και τα βράδια πίνουν εδώ και εκεί για να μη σκέφτονται. Δε κοιτάνε τους ανθρώπους στα μάτια. Μα ακόμη και όταν τους κοιτάνε έχουν εκπαιδευτεί τόσο πολύ στο παραμύθι τους που είναι σπουδαίοι ηθοποιοί. Η ζωή μας είναι ο δικός μας μικρόκοσμος, τον διαμορφώνουμε και αναμορφώνουμε όπως εμείς θέλουμε. Όταν έχουμε σκοπό να ζούμε στα παραμύθια, φτιάχνουμε τα δικά μας και ζούμε μέσα σε αυτά. Έχουμε τη δική μας θεώρηση για τον κόσμο, δε βλέπουμε τίποτα πιο πέρα  νομίζοντας πως το παραμύθι μας αυτό είναι δική μας ασφάλεια.

Δε μας φταίνε όμως οι άλλοι να τους βάζουμε να παίξουνε στο παραμύθι μας. Μερικοί άνθρωποι δεν είναι ηθοποιοί, και ακόμη και να είναι δεν έχει σίγουρα κανείς το δικαίωμα να σου προσφέρει μια θέση κομπάρσου στο παραμύθι του.

Και σας λέω πάλι, δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από την αλήθεια. Στην αλήθεια μετράω κάθε λέξη, το νόημα της κάθε μιας είναι βαρύ και σημαντικό. Όταν λέω αλήθεια γεμίζει το στόμα μου. Καλά τα παραμύθια, καλές οι πριγκίπισσες, καλοί και οι πρίγκιπες. Αν σε βοηθάει να κοιμηθείς τα βράδια το παραμύθι σου να το κάνεις. Έστω και η πλάνη προσφέρει ευτυχία. Αν θες να ζεις τη ζωή σου μέσα στην αλήθεια, βλέποντας την με τα πραγματικά της χρώματα και τις αληθινές της διαστάσεις, όσα παραμύθια και να ακούσεις δε θα σου φτάσουν για να σώσεις τη δική σου πραγματικότητα.

Και κάθε φορά που θα ακούς το παραμύθι του άλλου για να κοιμηθείς τα βράδια, το πρωί θα ξυπνάς στην δική σου πραγματικότητα, που αν είσαι τυχερός και δεν έχεις αυταπάτες θα είναι μια ζωντανή πραγματικότητα με αληθινά χρώματα - και ας είναι γκρίζα. Αν έχεις μάθει να ακούς κάθε πραγματικότητα, όσο πικρή και αν είναι, θα γίνεται αποδεκτή.

Αν είναι να με ποτίσεις πίκρες πες μου να φέρω το ποτήρι μου να μου το γεμίσεις μέχρι πάνω και να το πιω με μιας. Αν είναι να μου βάζεις γλυκόπιοτο κρασί για να με κοιμίζεις τα βράδια, να μου λείπει. Γιατί σε όποιο κρεβάτι και αν ξυπνήσεις η πραγματικότητα σου θα είναι ίδια, το παραμύθι σου θα είναι εκεί για να το πεις στην επόμενη πριγγίπισσα. Αυτοί θα βρίσκουν τον εαυτό τους μέσα από σένα και θα κερδίζουν μια θέση στη ζωή σου νομίζοντας πως ξέρουν ποιοι είναι.
Και ας τους έχεις αφήσει να ονειρεύονται, το μεγαλύτερο σου λάθος είναι πως πως ενώ εκείνοι βρήκαν τη θέση τους, εσύ μέσα στο παραμύθι σου είσαι κομπάρσος.






Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Η ζωή πέρα από τον καθρέπτη

 Η λεπίδα του ξυραφιού τρύπησε το πρόσωπο του. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη για λίγα δεύτερα. Ρυτίδες γέμισε ξάφνου το πρόσωπο του.

Κοίταξε αφηρημένα τον καθρέπτη και εστίασε το βλέμμα του για ώρα σε ένα ράγισμα του. Ράγισε ο καθρέπτης σκέφτηκε μα δεν έσπασε ακόμη. Έχασες τη μάχη, μα όχι τον πόλεμο. Βίωσες την απώλεια, μα όχι την μοναξιά. Έχασες μια προσπάθεια, μα όχι το όνειρο. Η σκέψη του κυμάτισε γοργά προς την σκέψη της. Εκείνο το όνειρο. Όνειρο με μακριά μαλλιά. Τα μάτια της συνήθως γυάλιζαν και χαμογελούσε πολύ. Η φωνή της ακουγόταν σαν μουσική, τα δάκτυλα της κινούνταν σαν αέρας. Οι εικόνες της στο μυαλό του θα μπορούσαν να γεμίσουν μια αιωνιότητα. Μια αιωνιότητα αγάπης για το άπιαστο. Το ιδανικό άπιαστο, το αιώνιο, το ανεξάντλητο, μια νότα που δεν έπαιξες ακόμη στο πιο όμορφο κελαρυστό άκουσμα βιολιού που ανθρώπινο χέρι δε θα μπορούσε να παίξει, μόνο το χέρι ενός αγγέλου. Εκείνος δε πίστευε σ’ αυτά, η παρουσία της τον έκανε τουλάχιστον να πιστεύει στα θαύματα. Δεν ήξερε αν ήταν μαγικό ραβδάκι κάποιας μάγισσας ή προσευχή κάπου πιστού που έγινε πραγματικότητα, δεν ήξερε ποιον Θεό να λατρέψει και ποιον άγιο να επικαλεστεί. Μα, η δική της μορφή στα μάτια του ήταν σαν κάτι απόκοσμο. Σαν να μην την είχε αγγίξει ποτέ κανείς. Σαν να μην την είχαν μολύνει οι άνθρωποι. Και έμοιαζε μια αιωνιότητα η απόσταση από κοντά της. Και έμοιαζε ένας ατέλειωτος διάδρομος από ξερά φύλλα στο δάσος, ένα δύσβατο μα όμορφο μονοπάτι που δε τέλειωνε ποτέ. Όσο βυθιζόταν σε αυτή την ονειρική περιπλάνηση, τα μάτια του βάραιναν και έκλειναν. Ξαφνικά ήταν μπροστά του. Μια φιγούρα που περιπλανάται. Ήταν τόσο μακριά, αλλά τόσο κοντά του. Έκανε το χέρι του να την πιάσει, μα δε την έφτανε. Προσπάθησε πολύ. Της φώναξε “εσύ, έλα”. Εκείνη του χαμογέλασε, μα δεν ήρθε. Προσπαθούσε για ώρα να την φτάσει. Όσο περνούσε η ώρα η φωνή του χαμήλωνε εκείνος φώναζε μα η φωνή του δεν ακουγόταν. Ούρλιαζε, μα εκείνη δε τον άκουγε μονάχα χαμογελούσε. Κουρασμένος πια να προσπαθεί το ακατόρθωτο κάθισε σε έναν ίσκιο. Το πρόσωπο της σκοτείνιασε. Δεν προσπαθούσε πια να την φτάσει. Ένα ελαφρύ μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο της. Εκείνος ήθελε να σηκωθεί να της σκουπίσει τα δάκρυα μα μια ακατανίκητη έλξη τον κρατούσε στο χώμα. Δε μπορούσε να σηκώσει τον εαυτό του από το χώμα. Τα μάτια του κλείνανε. Σκεφτόταν “θέλω να την αγγίξω, να την φτάσω”. Μα όσο και αν το προσπαθούσε τα μάτια του κλείνανε ακόμη περισσότερο. Ένιωσε να βυθίζεται σε μια πλάνη. Ένα απέραντο σκοτάδι. Ήθελε να κλάψει. Που είναι το φως; 

Ξαφνικά, ανοίγει τα μάτια του. Κοιτάει τον καθρέπτη. Το γυαλί είχε κολλήσει. Πως κόλλησε; “Μα δεν ήταν ραγισμένο;” αναρωτήθηκε. Το αίμα είχε στεγνώσει στο πρόσωπο του. Το σκούπισε. Έριξε λίγο νερό στα μάγουλα του. Παρατήρησε τον εαυτό του. Φαινόταν πιο γερασμένος από πριν. Σα να είχε περάσει μια ζωή από πάνω του. Μια ζωή προσπαθώντας. Τι να προσπάθησε άραγε; Να κολλήσει το σπασμένο γυαλί; “Όταν προσπαθείς μόνος, τα πράγματα παίρνουν περισσότερο χρόνο,” σκέφτηκε, “στο τέλος φτιάχνουν όμως..” 

Πλησίασε στον καθρέπτη, το γυαλί δεν είχε κολλήσει. Τα κομμάτια του ήταν πολύ κοντά. Όχι κολλημένα όμως. Καλά ενωμένα όμως ώστε να μην φαίνεται η ρωγμή. “Σαν τα τραύματα των ανθρώπων,” σκέφτηκε. Συνέδεσε τις σκέψεις του και έγραψε σε ένα χαρτί: “Όταν προσπαθείς μόνος, τα πράγματα παίρνουν περισσότερο χρόνο, στο τέλος φτιάχνουν όμως, σαν τα τραύματα των ανθρώπων.” Κοίταξε το χαρτί για άλλη μια φορά. Είπε δυνατά και έγραψε στο τέλος της σελίδας, “επουλώνονται”. 



Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Cheers darlin'

Συχνά λέμε πως δεν παίρνουμε ότι αξίζουμε μα η ζωή μας φέρνει όχι ότι αξίζουμε, αλλά ότι ψάχνουμε. Στο δρόμο μας έρχονται εκείνοι οι άνθρωποι που εμείς επιλέγουμε να έρθουν, εκείνοι στους οποίους εμείς οι ίδιοι δίνουμε το χώρο και το χρόνο. Δεν υπάρχει μαλακομαγνήτης, ούτε όλες οι γυναίκες είναι σκάρτες. Εμείς οι ίδιοι πέφτουμε πάντα πάνω σε ότι μας λείπει τη δεδομένη στιγμή. Πόσες φορές γνωρίσαμε καλούς ανθρώπους που αγνοήσαμε για άλλους σκάρτους που δε μας προσέφεραν τίποτα παρά απογοήτευση ή δε τους δώσαμε την ευκαιρία να μας δείξουν αν είναι καλοί γιατί φοβηθήκαμε μήπως μας απογοητεύσουν; Νομίζω πως το τελευταίο είναι και ο κυριότερος λόγος αποτυχίας των ανθρωπίνων σχέσεων, ο φόβος.

Φοβάσαι πως θα αποτύχεις να κρατήσεις κάποιον, τον οποιοδήποτε. Για αυτό επιλέγεις όσους ξέρεις πως εξ ορισμού δε θα κάτσουν πολύ. Εκείνους που θα αποχωρήσουν στην πρώτη δυσκολία, που δε θα θέλουν πολύ από το χρόνο σου και που και εσύ δε θα είσαι διατεθειμένος να σπαταλήσεις πολύ από τον δικό σου. Δεν είναι εύκολο ξέρεις να θες να δώσεις το χρόνο σου σε κάποιον και δε συμβαίνει συχνά. Αυτές είναι επενδύσεις υψηλού ρίσκου. Ίσως και για αυτό να κυνηγάς τις αποτυχίες γιατί φοβάσαι να χάσεις σε ένα πολλά υποσχόμενο παιχνίδι. Γιατί μπορεί τότε να θες να κερδίσεις. Και αν ο άλλος δε θέλει πια και φύγει πρώτος; Πως θα αντέξεις να σε αφήσουν; Μήπως για αυτό κάνεις τα πάντα για να τους διώχνεις; Γιατί φοβάσαι πως μια μέρα θα θες τόσο πολύ να μείνει κάποιος που δε θα αντέξεις να σε αφήσει. Γιατί την μόνη και μια φορά που δεν ήθελες να φύγεις, έφυγες και τότε με το φόβο μη σε παρατήσουν. Να μη χάσεις ότι είχες θελήσει στη ζωή σου πιο πολύ. Γιατί αυτή είναι η κατάρα των δυνατών ανθρώπων, να μπορούν να καθορίζουν εκείνοι την ιστορία τους. Για αυτό και κανείς ποτέ δε τους κατάλαβε. Για αυτό και όλοι νομίζουν ότι φεύγουν γιατί κάνουν τερτίπια, είναι ανώριμοι. Στην πραγματικότητα θέλανε πάντα κάποιον να τρέξει από πίσω τους και να τους φωνάξει, να μιλήσει με λόγια και όχι με κρυμμένα μηνύματα. Κανένας άνθρωπος δε θα κάτσει δίπλα σου ακόμη και αν τον σκέφτεσαι όλη μέρα αν δε του το πεις. Έτσι, οι άνθρωποι πορεύονται με τα δικά τους ένοχα συναισθηματικά μυστικά. Ζουν μια ζωή λέγοντας ψέματα και προσπαθώντας να αποδείξουν ότι δε τους νοιάζει, ότι δε φοβούνται και ότι δε χρειάζονται κανέναν. Aκόμη και αν ισχύει αυτό, ακόμη και αν δε χρειάζονται κανέναν και όλα είναι απλά ένα παιχνίδι, θα πρέπει να έχουν την ωριμότητα να μην ευτελίζουν την αγάπη των άλλων νομίζοντας πως όλα επιτρέπονται και πως το σ' αγαπώ είναι παραμύθι για μικρά παιδιά. Δεν είναι έτσι. Οι άνθρωποι μεγαλώνοντας χρειάζονται ειλικρίνεια και ορισμένοι άνθρωποι την χρειάζονται περισσότερο από άλλους. 

Μακάρι αν βρίσκαμε ποτέ την αγάπη, να μπορούσαμε να την φυλακίσουμε για να μη φύγει. Δυστυχώς, τα θέλω δε συμπίπτουν με τα πρέπει, αλλά και τα θέλω των ανθρώπων δεν είναι πάντα τα ίδια. Η αγάπη είναι αγάπη όμως και υπάρχει ανεξάρτητα από το ποίες είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε. 

Ο καθένας μας κουβαλάει φορτίο με ουδέτερο πρόσημο. Μερικοί διαλέγουν να το δουν με θετικό και ορισμένοι με αρνητικό. Έχει να κάνει με το πως βλέπεις και αντιλαμβάνεσαι τις εμπειρίες. Τυχεροί όσοι βλέπουν ακόμη και τα άσχημα ως σημαντικά βιώματα και που πορεύονται με αυτά στην πλάτη τους προσπαθώντας να γίνουν καλύτεροι. Είναι εκείνοι που μια μέρα θα βρουν αυτό που τους αξίζει και αυτό που χρειάζονται στο ίδιο πρόσωπο.






Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Να είσαι σαν τη Μαύρη Αλεπού...

Γράφει η Κασσάνδρα


Ο Μακιαβέλι έλεγε να είσαι σαν την αλεπού.
Να επιδεικνύεις πονηριά και εξυπνάδα για να κερδίζεις αυτό που θες.
Να  μαθαίνεις από αυτό το μικρό αλλά συνάμα πανέξυπνο και λαμπρό ζώο. 
Και εγώ στην Τροία κάποια στιγμή είχα την τύχη να γνωρίσω μια αλεπού. Μια Μαύρη Αλεπού.   
Μεγαλώσαμε μαζί. Συζητήσαμε. Παίξαμε. Περάσαμε ώρες κοιτάζοντας τον έναστρο ουρανό του Δία.
Παρακολουθήσαμε παραστάσεις προς τιμήν του Πριάμου. Πήρε χρόνο αλλα εξημερώθηκε. 
Μαζί με εκείνη εξημερώθηκα και εγώ και ο φόβος μέσα μου μίκραινε...
Όλα τα χρόνια που τη γνώρισα έμαθα και από κάτι...
Εκείνη μου είπε από νωρίς πως «όλοι είμαστε ερωτευμένοι με τον Ερώτα».
Τότε δεν πολύ κατάλαβα τη έλεγε για τον φτερωτό θεό που υπακούει την θεά Αφροδίτη. Έπρεπε να 
περάσουν χρόνια για να γνωρίσω εκείνον, στρατιώτη τρανό του Πριάμου, για να καταλάβω τι μου έλεγε
εδώ και χρόνια η μικρή αλεπού: «μη σε τυφλώνει η ιδέα του να ζήσεις τον έρωτα. Θέλω να βλέπεις καθαρά.
Και τότε θα τον ζήσεις πραγματικά και δίχως ψευδαισθήσεις, ακριβώς όπως σου αρμόζει»
Χρωστά πολλά στη Μαύρη Αλεπού. Όχι. Δεν χρωστάω. Το χρέος μπορεί και να είναι κάτι ανεπιθύμητο
και αυτό το πλάσμα μόνο ανεπιθύμητο δεν είναι στη ζωή μου. Είναι μέρος της ζωής μου... ήταν εκεί
όταν ο θεός Απόλλωνας με καταράστηκε. Ήταν εκεί όταν έκανα την προφητεία για τον αδερφό μου
και την καταστροφή της πόλη μου... ακόμα κι όταν δεν μπορούσε να είναι εκεί, ήταν εκεί.
Έμαθα από τη μικρή αλεπού. Έμαθα πολλά. Κυρίως πως, τελικά, ποτέ δεν ήμουν μόνη μου
ή ακόμα καλύτερα δεν ήμουν μόνο εγώ που ίσως ένοιωθα μόνη. 
Μου έμαθε πως είναι φοβερό συναίσθημα να έχεις δίπλα σου κάποιον που σε αγαπά πραγματικά και 
οποίος σε ωθεί να πραγματοποιήσεις τις επιθυμίες και τις τρέλες σου όταν εσύ διστάζεις...
Να λες: θα τα παρατήσω όλα και θα γίνω πραγματική πριγκίπισσα.
Και να απαντάει: Να γίνεις! 
Να λες: Δεν θα με ξεκάνει εμένα εκείνος. Εγώ θα τον ξεκάνω...
Και να απαντάει: Έτσι! Εσύ να τον ξεκάνεις!
Να λες: Θα ήθελα να εκπροσωπήσω τον Πρίαμο σε μια πρεσβεία σε άλλη πόλη, πιο μακριά από την Τροία,
αλλά φοβάμαι το άγνωστο...
Και να απαντάει: Να το κάνεις. Αν δεν το κάνεις, αν έστω δεν το ζητήσεις, θα το μετανιώνεις όλη σου τη ζωή
Να λες: Φοβάμαι πως ο στρατιώτης είναι πιο σημαντικός απ΄ οτι τολμάω να παραδεχθώ στον εαυτό μου 
Και να απαντάει: Να προσέχεις...απλά να προσέχεις γιατί σου αξίζει ότι καλύτερο.. 
Αυτή η Μαύρη Αλεπού ήταν πάντα δίπλα μου, όσα μίλια και να μας χώριζαν κατά καιρούς.
Να είσαι σαν την αλεπού θα πει ο Μακιαβέλι. Ε, λοιπόν, εγώ θέλω να είμαι σαν αυτή την Αλεπού. Γενναία,
με εξαίσιο πνεύμα και μια ψυχή πολύ καλύτερη για τον κόσμο που ζούμε...
Και αν χαίρομαι για κάτι είναι πως η Μαύρη Αλεπού μου σώθηκε από εκείνη την φριχτή ασέληνο νύχτα που έπεσε η Τροία... Εκείνη τη φριχτή νύχτα του Ιούνη. 
Ξέρω πως όπου κι αν βρεθώ, θα την κουβαλώ μέσα στην ψυχή μου. 
Έτσι και αλλιώς την έχω πάντα στην ψυχή μου γιατί μάλλον είναι η μόνη που έχει δει τι κρύβω σ' αυτήν..Ίσως γι αυτό να με αποκαλεί «Μικρό Ρακούν» και όχι Κασσάνδρα ... 
Να είσαι, λοιπόν, σαν την αλεπού. Τη Μαύρη Αλεπού.



Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Το όνομά μου είναι Κασσάνδρα...

Το όνομά μου είναι Κασσάνδρα και η μοίρα μου είναι αυτή: 
να βλέπω το τέλος πριν την αρχή. 

Το όνομά μου είναι Κασσάνδρα και είμαι κόρη του Πριάμου και 
της Εκάβης, βασιλέων της Τροίας.

Εμέ αξίωσε ο Μεγάλος Δίας να επιζήσω από την καταστροφή της
 πόλης μου από τους Αχαιούς για 
να διηγηθώ την ιστορία της. 

Και εμένα καταράστηκε ο θεός Απόλλωνας να βλέπω 
τα μελλούμενα αλλά κανείς να μη με πιστεύει.
Ίσως, αν δεν τον είχα αρνηθεί, ίσως να είχα σώσει την πόλη μου... 

Θα είχα σώσει την πόλη μου γιατί οι Τρώες θα άκουγαν
τις προειδοποιήσεις μου και εκείνο το 
πρωινό του Ιούνη δεν θα έβαζαν το ξύλινο άλογο που τάχα 
ήταν αφιερωμένο στη θεά της Σοφίας. 
Και αν δεν το είχαν βάλει μέσα στην πόλη
ποτέ δεν θα είχε ακολουθήσει 
η φριχτή ασέληνος νύχτα του Ιούνη που ακολούθησε...
Η ασέληνος νύχτα του 1218 π.Χ. 

Μια μέρα που το βλέπω καθαρά και στο μέλλον θα σημαδευτεί
από σημαντικές μάχες για την 
ανθρωπότητα...μάχες που θα ορίσουν τον ρου της ιστορίας.

Ωστόσο, όλα αυτά θα συμβούν αρκετά χιλιάδες χρόνια μετά. 
Η πόλη μου έπεσε σήμερα στα χέρια 
των Αχαιών που κίνησαν για να πάρουν πίσω μια άπιστη γυναίκα. 
Αλλά μήπως και η κόρη του 
Τυνδάρεω – ή για πολλούς του Διά –δεν ήταν και αυτή ένα πιόνι στα χέρια των Θεών;
Η θεά του Έρωτα δεν την έταξε στον Πάρη για της δώσει το μήλο της καλλίστης;

Και η κόρη του Τυνδάρεω ήρθε στην Τροία.
Την Τροία την οποία ο αδερφός μου ο Έκτορας 
υπερασπίστηκε όλα αυτά τα χρόνια με όλες τους τις δυνάμεις.
Την Τροία που έχασε τόσους νέους 
και νέες από τα χέρια των Αχαιών. 

Άλλους του έσφαξαν, άλλους τους πήραν αιχμάλωτους. 

Ανάμεσά τους και εκείνος.

Εκείνος...μια ευγενική ψυχή, με πνεύμα υψηλό 
και ένα βλέμμα τόσο γαλανό όσο ο ουρανός...

Ένας νέος σεβαστός και αγαπητός στην Τροία. 

Εκείνος που ίσως ποτέ να μην είχα
γιατί ήμουν ιέρεια του θεού Ήλιου..

Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον αντίκρισα όταν ήρθε στον ναό 
να φέρει αφιερώματα στο θεό
επειδή βγήκε ζωντανός από μια δύσκολη μάχη.
Πρέπει να ήταν λίγοι μήνες πριν την φριχτή ασέληνο νύχτα.
Μιλήσαμε και για πρώτη φορά δεν φοβήθηκα να πω σε άνθρωπό κάτι.
Μου είπε πως πίστευε αυτά που έλεγα και ξέρω πως το εννοούσε. 
Και όσο πιο πολύ τον γνώριζα
τόσο πιο πολύ με φόβιζαν τα σημάδια των θεών
πως η πολιορκία της Τροίας πλησίαζε στο τέλος της.
Σε ένα τέλος το οποίο 
ενδεχομένως να μην ήταν αυτό που ήθελαν οι Τρώες. 

Θυμάμαι την πρώτη φορά που παρατήρησα το χρώμα των ματιών του.
Ένα γαλάζιο τόσο ανοικτό 
όσο ο ουρανός που μας αξίωσε να βλέπουμε ο Δίας.
Ένα γαλάζιο που για πρώτη φορά δεν με φόβισε. 

Και οι ώρες έγιναν μέρες, οι μέρες μήνες και οι μήνες εποχές...
Φευ!
Μόνο δυο εποχές προλάβαμε να δούμε μαζί..

Τώρα αφήνω πίσω μου μια κατεστραμμένη Τροία.
Αφήνω πίσω όλα όσα δεν προλάβαμε να ζήσουμε. 

Την φιλία που δεν πρόλαβε να στεριώσει,
την αγάπη που δεν πρόλαβε να ανθήσει.

Έχε γεια αγαπημένε μου Τρώα. Εύχομαι από τα βάθη της ψυχής μου
οι Αχαιοί να σε λυπηθούν και 
να σε κρατήσουν ζωντανό, δούλο σε κάποιο παλάτι.
Ελπίζω να μη σε σκοτώσουν. 

Ελπίζω. Αντοχή να δω το μέλλον σου δεν έχω γιατί ξέρω
πως αν δω Θάνατο δεν θα το αντέξω.

Να είσαι καλά αγαπημένε. 

Εγώ θα κουβαλώ πάντα μέσα στη ψυχή μου τις κουβέντες μας.
Όλα όσα έγιναν, όλα όσα δεν 
πρόλαβαν να γίνουν.

Κι αν είμαι τυχερή στη νέα πατρίδα που ταξιδεύω,
ίσως να βρω της άρνης το νερό και σε ξεχάσω. 
Ίσως το νερό αυτό με βοηθήσει να ξεχάσω
τι χρώμα έχουν τα μάτια σου,
ώστε η θάλασσα να μη με
πονά όταν την κοιτώ.
Και αν πάλι ούτε της άρνης το νερό με βοηθήσει,
τότε είμαι πρόθυμη να
 στερηθώ τον ουρανό και τη θάλασσα
για να καταφέρω να ξεχάσω το χρώμα των ματιών σου. 

Να καταφέρω να ξεχάσω...

Όχι, για πολύ όμως.
Τη μοίρα που με περιμένει στην Ελλάδα την ξέρω.

Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ μέχρι το τέλος, σου το ορκίζομαι. Μη φοβάσαι.

Πάντα ήμασταν στρατιώτες εμείς.
Εσύ του Πριάμου και εγώ του Απόλλωνα.

Μην φοβάσαι για εμένα.
Εγώ δεν φοβάμαι κι ας ξέρω τι με περιμένει.
Κασσάνδρα με λένε και η μοίρα μου είναι αυτή:
να βλέπω το τέλος πριν την αρχή...
Κασσάνδρα




Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Κι ας φταίω εγώ

Γράφει η east wind

 

Τη νύχτα που φιληθήκαμε νόμισα ότι η Μοίρα χαμογελούσε, όπως εμείς. Πίστευα ότι βρήκα έναν άνθρωπο να μοιράζομαι την καρδιά, το μυαλό και το σώμα μου. Έναν άνθρωπο-στήριγμα. Έναν άνθρωπο δικό μου. Ακούς; ΔΙΚΟ ΜΟΥ! Τα λόγια σου ήταν μετρημένα πάντα. Κι εκείνο το βράδυ δεν είπες πολλά. 

Μ’αρέσεις.
Σε θέλω δική μου.
Η ζωή μου μαζί σου.
Και ο καιρός περνούσε. Και η Μοίρα πότε χαμογελούσε και πότε θλιβόταν. Αλλά τα έχουν αυτά τα ζευγάρια, έτσι δεν είναι; Περάσαμε κύματα και σε ένα από αυτά είπες ότι εμείς είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε μαζί. Περνούσαν οι μέρες και με έβαζες όλο και πιο πολύ στη ζωή σου,στην καθημερινότητά σου. Στο μυαλό σου;  Στην καρδιά σου; Να κάτι που δεν θα μάθουμε ποτέ…
Στην δική μου ζωή έμπαινες σίγουρα. Σε έβαζα εγώ. Και στην καρδιά μου και στο μυαλό μου. Ερωτευόμουν έναν άνθρωπο τον οποίο φρόντιζα να μάθουν οι φίλοι μου μέσα από τις διηγήσεις μου. Δεχόμουν να το παίζεις μάγκας μπροστά στους φίλους σου. Δεχόμουν ακόμη και τις προσβολές σου, τις απότομες συμπερφορές σου. Κι όλα αυτά επειδή ήξερα – κι ακόμη το ξέρω – ότι όλα γινόντουσαν για μια μαγκιά. Αλλά δεν με πείραζε τότε. Αντίθετα, υποχωρούσα. Υποχωρούσα για έναν άνθρωπο που ήθελα να μείνει δίπλα μου.  Και η μία υποχώρηση έφερε την δεύτερη, την τρίτη, την πολλοστή. Κι έγινα μια άλλη.
Έγινα η γυναίκα που έλεγες ότι ήθελες. Ένα κοριτσάκι που κοιτούσε στα μάτια σου και φωτιζόταν μόνο από αυτό το βλέμμα σου. Ένα κοριτσάκι που ήταν πάντα εκεί για εσένα κι εσύ για εκείνο μόνο όταν ήθελες. Ένα κοριτσάκι που προσπαθούσε να ταιριάξει στο κοστουμάκι που της έραβες με τα θέλω σου. Και όπως άλλαζα εγώ, άλλαζες κι εσύ. Οι υποχωρήσεις μου δεν έφταναν πλέον. Ζητούσες κι άλλες… ζητούσες… Το δικό μου κρασί είχε καταντήσει σκέτο νερό, ενώ στο δικό σου ποτήρι το λευκό έγινε το πιο σκούρο μπρούσκο του κόσμου. 
Και βαρέθηκες.
Και κουράστηκα.
Και στο επόμενο κύμα ήρθε το τέλος. Ένα τέλος για το οποίο σε είχα προειδοποιήσει, αλλά επέμενες ότι πάλευα με δικά μου φαντάσματα. Επέμενες ότι όλα ήταν καλά, την ίδια στιγμή που εγώ πνιγόμουν. Πνιγόμουν από τις δικές μου πράξεις. Πνιγόμουν γιατί το κοστούμι ήταν μικρό και, όσο κι αν ρουφούσα την κοιλιά μου, τα κουμπιά δεν έκλειναν. Έτσι γίνεται με εμένα, να ξέρεις. Κάποια στιγμή το κουμπί φεύγει. Όπως και έφυγε.
Και ήρθε το τέλος.
Ένα τέλος που με ανακούφισε σταδιακά. Ένα τέλος που δέχτηκα με δυσκολία – οι φίλοι που ξέρουν πόση. Ένα τέλος για το οποίο φταίμε και οι δυο μας. Εσύ επειδή ζητούσες κι εγώ επειδή έδινα. Έτσι πίστευα ότι έπρεπε να γίνει. Να δίνουμε και οι δύο. Και οι δύο, όμως.
Και πέρασαν οι μέρες και βρεθήκαμε πολλές φορές. Με χαμόγελα που δεν ήταν αληθινά. Με φίλους που ένιωθαν ότι κρατούσαν ένα κρυστάλλινο ποτήρι στα χέρια κάθε φορά που μιλούσαμε εγώ κι εσύ. Και μπήκαμε στους ρυθμούς μας. Μπήκαμε σε ρυθμούς προ σχέσης μας και μου άρεσε. 
Από ό,τι φάνηκε, όμως, ούτε τώρα είσαι ικανοποιημένος. Την ίδια περίοδο που κομπάζεις για τις ερωτικές σου επιτυχίες με άλλες γυναίκες, το τηλέφωνο μου δέχεται κλήσεις σου για ασήμαντες αφορμές.
Να δω τι κάνεις ήθελα.
Να ακούσω τη φωνή σου.
Ποια φωνή; Αυτή που βαρέθηκες πριν λίγο καιρό; Αυτή που επέλεξες να βγάλεις από τη ζωή σου; Μάλλον αυτή…
Κάθε φορά που σήκωνα το τηλέφωνο – αν θυμάσαι έχω σταματήσει πλέον να απαντάω στις κλήσεις σου – δάγκωνα τα χείλη μου. Όχι από ηδονή, όπως παλιά. Αλλά για να πάρω κουράγιο και να εξοπλιστώ με υπομονή. Κουράγιο για να μην με επηρεάζει η χροιά σου και υπομονή για να μην αρχίσω να ουρλιάζω για όσα πέταξες. Κλείναμε το τηλέφωνο και έπλεκα τα δάχτυλά μου μεταξύ τους για να μην σε πάρω πίσω κι αρχίσω τα βρισίδια για όσα πρόδοσες. Αλλά περισσότερο ξέρω ότι δεν πρόδοσες εμένα. Εσένα πρόδοσες. Τα όσα έλεγες ότι ήθελες να ζήσουμε μαζί πρόδοσες. Τα σχέδια που έκανες για το κοινό μας μέλλον πρόδοσες. Θυμάσαι; Έκανες σχέδια και σου έλεγα «θα δούμε». Αλλά τελικά τα σχέδια έμειναν σχέδια.
Εγώ, όμως, είδα και βλέπω ακόμη. Είδα καθαρά τι θέλω και δεν θέλω εσένα. Βλέπω έναν άνθρωπο να τηλεφωνεί και οι σιωπές του να περιμένουν δική μου ενθάρρυνση. Μια ενθάρρυνση που δεν θα έρθει, στο υπόσχομαι. Βλέπω έναν άνθρωπο που ήρθε στο σπίτι μου ζητώντας επανασύνδεση, μια νύχτα που το αλκοόλ κέρδιζε το αίμα στις βλέφες του. 
Παραδέχτηκες ότι φταις. Φταις για όσα παράτησες, είπες. Σου λείπει το χαμογελό μου και οι αγκαλιές μας, είπες. 
Και είναι αλήθεια. 
Φταις.
Αλλά εμείς δεν θα είμαστε ξανά μαζί. 
Συνέχιζε να γεμίζεις τις νύχτες σου με τσόλια και άσε τις αγκαλιές σου να μένουν άδειες.
Κι ας φταίω εγώ.






Σάββατο 2 Απριλίου 2016

"After all, tomorrow is another day"

"Τελευταία είχα πιάσει τον εαυτό μου να τα βρίσκει με τη μοναξιά. Δεν ήμουν ποτέ μοναχική και ούτε ήθελα να γίνω. Αντιθέτως, αυτό που φοβόμουν περισσότερο από όλα ήταν η μοναξιά. Πρόσφατα όμως ανακάλυψα έναν άλλο εαυτό, έναν μοναχικό εαυτό. Και εκεί κατάλαβα πως το να είσαι μοναχικός δε σημαίνει ότι σου αρέσει η μοναξιά. Δε μου άρεσε η μοναξιά, αλλά μοναχική ένιωθα. Ξέρω πως είναι αντιφατικό, μα και τι δεν ήταν στη ζωή μου;  

Καθόμουν μόνη μου και κοίταζα το κενό. Μέσα σε αυτή τη σιωπηλή συνουσία του μυαλού και της καρδιάς μου έβρισκα απαντήσεις στα πιο μεγάλα ερωτήματα της ζωής μου. Όταν επανερχόμουν στην πραγματικότητα ξαναγινόμουν ένα με τη ρεαλιστική υπόσταση της καθημερινότητας μου. Κολλούσα πάνω στις αδρές γραμμές των οριζόντων μου φοβούμενη να ξεφύγω από αυτές γιατί αν το έκανα μπορεί να μου συνέβαινε κάτι κακό. Φοβόμουνα να τεστάρω την αντοχή μου στη μοναξιά και να βγω έξω από τη "ζώνη ασφαλείας" μου. Ήμουν καλά εκεί, στο σπιτάκι μου, στη ζωούλα μου σε όλα όσα... 

Και μια μέρα ξέφυγα τόσο που δεν αναγνώρισα τον εαυτό μου ρε γαμώτο. Και ήταν τόσα όσα άλλαξα που νόμισα και εγώ η ίδια πως είμαι μια άλλη. Έπιασα ακόμη και τον εαυτό μου να μιλάει για μένα αλλιώς. Σα να μην είμαι εγώ. Και τι να σου εξηγήσω και τι να καταλάβεις αφού δε το μπορείς και δε το αισθάνεσαι. Και εγώ -το ξέρεις- προσπάθησα να σε καταλάβω και να με καταλάβεις, αλλά εσύ απέτυχες. Και εγώ απέτυχα όμως. Εγώ απέτυχα σε ένα και βασικό, στο να σου δείξω πως πέτυχα να σε καταλάβω. Και στην πραγματικότητα όλα αυτά δεν θα ήταν τόσο ακαταλαβίστικα αν πραγματικά καταλάβαινες. Γιατί τα βράδια σε κοίταζα που κοιμόσουν και καταλάβαινα. Καταλάβαινα τη σιωπή σου περισσότερο από τα λόγια σου. Γιατί τα λόγια σου ήταν μετρημένα. Δε λέγαν και πολλά. Ότι ήθελες να πεις το έλεγες με τα μάτια σου και σου το ορκίζομαι στο θεό που πιστεύω πως εγώ είδα θα μάτια σου τη μεγαλύτερη αλήθεια του κόσμου, την κοροϊδία. Και στα λέω όλα αυτά τώρα, αλλά μη θαρρείς πως δε τα έχω σκεφτεί από μήνες τώρα. Καιρό προσπαθούσα να στα πω αλλά κόμπιασα. Και τι να σου πω άλλωστε; Και τι να καταλάβεις; Ήθελα απλά μια μέρα να κλάψω πολύ για να νιώσω πως τα δάκρυα μου θα κολλήσουν τα σπασμένα μου κομμάτια. 

Όχι ρε γαμώτο δεν είμαι κλαψιάρα. Είμαι δυνατή και από αξιοπρέπεια ένα σωρό. Έπνιξα όλη μου την πίκρα σε μια αξιοπρέπεια. Σε αυτή που είχα εγώ και όχι εσύ. Αλλά μπορεί να κάνω και λάθος. Ξέρεις στη ζωή όλα είναι κατά βάση υποκειμενικά ακόμη και η αξιοπρέπεια. Και οι άνθρωποι έχουν επιλεκτική αίσθηση, μνήμη και δράση. 

Αλλά γιατί στα λέω όλα αυτά δε κατάλαβα, αφού και πάλι δε θα καταλάβεις. Και γιατί να καταλάβεις; Πάνε χρόνια που δε με κατάλαβες, αιώνες ολόκληροι και είκοσι μέρες. Και εγώ είχα τόσα κρατημένα μέσα μου που δεν τα είπα ποτέ σε κανέναν και έναν εγωισμό να φεύγω πάντα πρώτη και να παρατάω τους ανθρώπους. Να τους αφήνω πριν με πληγώσουν. Και εγώ ρε γαμώτο το προσπάθησα, αλλά δε με άφησες. Και ήσουν τόσο ειλικρινής που γέλασες και το ένστικτο μου. Μα αν μπορείς εξήγησε μου ένα πράγμα και να τελειώνουμε με αυτή την κουβέντα γιατί σε έχω σίγουρα ζαλίσει, μπήκες ποτέ στη θέση μου; 

Αλλά τι ρωτάω; Μαλακίες. Και σε ζάλισα για το τίποτα τελικά, ξέρω θα πάρεις το ίδιο ύφος πάλι και εγώ θα σου ρίξω ένα βρισίδι και θα φύγω. Αυτό το βρισίδι που δεν έριξα ποτέ.

Και όλα αυτά δε θα στα πω ποτέ. Γιατί στα λέω συνέχεια. Και γιατί τα ακούς στο μυαλό σου και τα ξέρεις και βαριέμαι να στα υπενθυμίζω. Γιατί μπορεί να αγνοείς τα βασικά, αλλά είχες καταλάβει ένα πράγμα και αυτό ήταν αλήθεια, δεν έλεγα ψέματα."

Σπάραξε πάλι. Κάθε φορά τα ίδια. Δε μπορούσα να την βλέπω έτσι. Της είπα να μείνει και απόψε εδώ, δεν ήθελε να μείνει μόνη της. Ξημέρωνε και νύχτωνε σε ένα παράθυρο κοιτώντας το απέναντι παγκάκι αυτό που ερχόταν τις νύχτες εκείνος και της τραγούδαγε παλιά. Παλιά που οι νύχτες είχαν φως και οι μέρες λάμπανε σαν τα πιο φωτεινά αστέρια. Αλλά η μέρα έχει ακόμη φως και ακόμη και αν η νύχτα έχει σκοτάδι, αύριο θα ξημερώσει μια καινούργια μέρα. Το είπε και η Σκάρλετ ο' Χάρα στο Όσα παίρνει ο άνεμος: "After all, tomorrow is another day".