Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Η ιστορία της Τ

Της άρεσε η θάλασσα. Της άρεσε να σκέφτεται τον ήχο της θάλασσας και να ηρεμεί. Ένα πρωί με Ludovico Einaudi και γαλλικό με γεύση φουντούκι. Ήθελε να μάθει πιάνο. Ποτέ δεν έμαθε. 'Ήθελε να ταξιδέψει μα ποτέ δε το κανε. Έκανε από τα άλλα τα ταξίδια, εκείνα του μυαλού και από εκείνα έκανε πολλά. Έγραφε ατέλειωτα. Έγραφε για τους ανθρώπους, για τη μοίρα, τη ζωή, την κοινωνία, τα φυσικά και τα υπερφυσικά, τα υπαρκτά και τα ανύπαρκτα. Δε μιλούσε στον κόσμο για αυτά. Κανείς δε μιλάει για τα απόκρυφα του. Τα μυστικά του αυτά τα καλά κρυμμένα που δε τα ξέρει κανείς και κανείς δε τα φαντάζεται.
Ένιωθε πως ήταν μουσική στην κούνια ενός μωρού, ήρεμη και σταθερή, γλυκιά και προσιτή, Ένιωθε πως ήταν χαμόγελο στα χείλη ευτυχισμένων ανθρώπων. Ένιωθε πως έχει δει την ευτυχία, αλλά δεν την έχει αγγίξει. Ένιωθε πως ήταν αέρας σε μπουκάλι κλειστό που πάλευε να βγει και δε μπορούσε. Ένιωθε εγκλωβισμένη σε μια μελωδία που κανείς δεν ήξερε να παίζει. Τα μάτια της γυάλιζαν και η μυρωδιά της ήταν μεταξένια. Θα με ρωτήσεις πως μυρίζει το μετάξι, αλλά να σου πω δεν ξέρω. Ήταν κάτι όμορφο σε ανθρώπους χωρίς αγάπη. Ήταν μια πριγκίπισσα που είχε βγει από ένα παραμύθι, η χιονάτη χωρίς τους νάνους, η κοιμωμένη χωρίς το βασιλόπουλο, η σταχτοπούτα χωρίς την κολοκύθα.
Ήταν ένα μισοσβησμένο τσιγάρο σε ένα τασάκι. Μόνο του χωρίς παρέα. Μια παρέα παιδιών που λένε τραγούδια για τη λευτεριά και τις ιδέες των ανθρώπων στις φυλακές. Ένα βιβλίο στα ράφια ενός παλιού βιβλιοπωλείου που έχει τη δική του ιστορία και μέσα στις σελίδες του θα βρεις τα δάκρυα ενός πονεμένου άνδρα. Μια γραμμή που χωρίζει την θλίψη από την ευτυχία, το θυμό από την χαρά, την ευγνωμοσύνη από την αχαριστία.
Όταν της χτύπησε το τζάμι ένα αεράκι δε του έδωσε σημασία. Χειμώνας είναι και ο αέρας λυσσομανάει. Χειμώνας ήταν κάθε μέρα. Μα ο αέρας έφερε ήλιο και φως. Φως σε μέρες σκοτεινές. Το φως όμως δεν ήταν δυνατό και τρεμόπαιζε. Ώσπου ο ήλιος έσβησε και πήρε μαζί του το φως. Εκείνη έτρεχε σα τρελή να βρει μια λάμπα να φωτίσει το δωμάτιο. Μα είχε μπει νερό από τις χαραμάδες του σπιτιού και όλα ήταν βρεγμένα. Τα φώτα δεν άναβαν και αναγκάστηκε να μείνει στο σκοτάδι. Μα είχε τέσσερα μάτια και έβλεπε καθαρά. Και είδε πολλά. Μέτρησε ότι δεν ήταν βρεγμένο γύρω της και έφυγε από το σπίτι. Πήγε αλλού. Εκεί που ήταν καθαρά και είχε ήλιο. Είχε παράθυρα ανοιχτά και έμπαινε αέρας καθαρός. Φυσούσε ομορφιά και αγαλλίαση. Ήταν μόνη, αλλά ευτυχισμένη. Δεν έπαιζε πια την ίδια μουσική. Από μακριά ακουγόταν ο ήχος μιας γνώριμης μελωδίας και έκλεισε το παράθυρο. "Θα μάθω πιάνο", είπε. "Θα παίζω τη δική μου μουσική".
Μουσική χωρίς στίχους. Μουσική που δε θα λέει για πριγκίπισσες και παραμύθια. Χωρίς καρδούλες και βελάκια. Αυτά είναι για τα κοριτσάκια που πιστεύουν στα παραμύθια και εσύ είσαι γυναίκα. Άσε τα για τους άλλους. Μεγάλωσες, περπατάς στο δρόμο μόνη και δε κρατιέσαι από κανένα χέρι. Δεν υπάρχει άσπρο άλογο και παλάτι αγάπη μου, ούτε πριγκίπισσες. Υπάρχουν μόνο βατράχια που όσο και να τα φιλήσεις δε θα γίνουν ποτέ πρίγκιππες. Μην απατάσαι γιατί θα εξαπατηθείς. Η καρδιά είναι μόνο ένα όργανο του σώματος που ότι και να γίνει θα λειτουργεί ώσπου κάποια μέρα να σταματήσει. Και δε θα σταματήσει λόγω του πρίγκιπα. Η ζωή είναι μια αέναη βόλτα στο άπειρο. Και εσύ είσαι μια γραμμή στον πίνακα ενός ζωγράφου που απεικονίζει την ποικιλία της κοσμογονίας. Τα λόγια σου είναι τελείες σε μια γραμμή παράλληλη που δεν εφάπτεται πουθενά. Οι πράξεις σου προσπαθούν να ενώσουν τις τελείες μα κάθε μια είναι τέλεια και αυτόνομη. Τι κρίμα που τίποτα δεν ενώνεται πουθενά.
Μάλλον φταίει που σταμάτησε να διαβάζει ποίηση και έγινε τόσο ρεαλίστρια. Ξέχασε πως είναι να ζεις στη φαντασία και προσγειώθηκε απότομα στην πραγματικότητα. Τόσο απότομα που κόντεψε να τραυματιστεί. Σταμάτησε να βλέπει τα χαμόγελα μα χαμογέλασε. Σταμάτησε να εξηγεί τις συμπεριφορές και τα λόγια και αποφάσισε ότι στο τέλος της μέρας αυτό που μένει είναι τι ένιωθε εκείνη και εκείνη ένιωθε πως ένα όνειρο είχε μπει μέσα στην πραγματικότητα της με το έτσι θέλω. Μα όχι δεν είναι έτσι.
Άσε τους πρίγκιπες και τα παραμύθια και δες τη ζωή. Αυτή που κυλάει δίπλα σου και αν την χάσεις δεν ξαναγυρίζει. Τα παραμύθια δεν έθρεψαν ποτέ την πραγματικότητα απλά την ξεγέλασαν πρόσκαιρα. Και εσύ ανδρώθηκες μέσα στην πραγματικότητα. Ζεις μέσα στο ρεαλισμό των πραγμάτων και στη φύση των πράξεων τους. Ο ουτοπισμός είναι για τους ονειροπόλους μα τα όνειρα μερικές φορές γίνονται εφιάλτες για αυτό μη ζεις μαζί τους. Μπορεί να εγκλωβιστείς.
Να εγκλωβιστείς μέσα σε ένα συναίσθημα καλό ή κακό και να νομίζεις ότι είναι κύριος του εαυτού σου παντοτινά. Μη ξεγελιέσαι, θα ξεγελαστείς. Μη απατάσαι, εξαπατηθείς.


ΥΓ. Στην Τ και στην κάθε Τ.