Είχε πολύ κόσμο η Αμαλίας. Ήταν δεν ήταν δώδεκα και το τελευταίο λεωφορείο δεν είχε φανεί. Κόσμος πηγαινοερχόταν. Έβγαλε να καπνίσει ένα τσιγάρο. Έκατσε σε μια άκρη αμίλητη κοιτώντας τα αυτοκίνητα να περνούν.
Δίπλα της ένα ζευγάρι. "Πολύ ερωτευμένοι φαίνονται", σκέφτηκε. Εκείνος την κοιτούσε μέσα στα μάτια και κάτι της ψιθύριζε και εκείνη του χάιδευε στοργικά το πρόσωπο. Πόση αγάπη άραγε μπορεί να χωρέσει σε μια εικόνα, σε έναν ήχο, σε μια λέξη; Πόσα συναισθήματα μπορούν να χωρέσουν σε μια ματιά; Πόσα σ' αγαπώ μπορεί να πει ένα στόμα και πόσες αγκαλιές μπορούν να δώσουν δυο χέρια; Θα είναι άραγε ποτέ αρκετά για να δείξουν αυτό το μεγαλεπήβολο του έρωτα; Αυτό το περίεργο συναίσθημα που θες να ομολογήσεις με λόγια, αλλά μόνο τα μάτια σου μπορούν να το εκφράσουν καλύτερα και από τον πιο εύγλωττο ανθρώπου του κόσμου. Είναι σαν να σταματά ο χρόνος σε κάθε συνάντηση, σαν να χάνεται ο εγωισμός σε κάθε κουβέντα, σαν να χάνεις τον ίδιο σου τον εαυτό για να μπορέσεις να μοιραστείς μια στιγμή στο χρόνο με ένα άλλο ων.
Ήταν τόσο ταιριαστοί. Εκείνος τη σήκωσε στα χέρια του ψηλά και εκείνη γελούσε δυνατά. "Πόση ευτυχία..", σκέφτηκε και γύρισε από την άλλη για να σταματήσει να το παίζει αδιάκριτη. Ρούφηξε άλλη μια φορά το τσιγάρο της και πήγε ως το διπλανό κάδο να το πετάξει.
Στη γωνία του δρόμου καθόταν μια κοπέλα. Είχε κουλουριαστεί στο πεζούλι και έκλαιγε. Σκέφτηκε να την πλησιάσει. Να της πει τι όμως; Θα ήταν γελοίο. Η κοπέλα σκούπισε τα μάτια και γύρισε προς το μέρος της. Ένιωσε άσχημα. "Θα νομίζει ότι την κοροϊδεύω", σκέφτηκε και απομακρύνθηκε.
Το λεωφορείο ήρθε. Μπήκε και έκατσε κοντά στο παράθυρο. Κοίταζε τη διαδρομή. Την τελευταία φορά που πέρασε από εκεί ήταν κλαμένη. Ήταν εκείνη το κορίτσι στο πεζουλάκι. Ήταν σαν να έβλεπε τον εαυτό της στο απέναντι κάθισμα να σκουπίζει τα δάκρυα της κάτω από τα μαύρα της γυαλιά, να είναι αμίλητη και να περιμένει πότε θα κατέβει από το λεωφορείο για να καπνίσει το τσιγάρο της. Την παρέα της, την παρηγοριά της. Και όταν κατέβηκε από το λεωφορείο περπατούσε για ώρα. Είχε περάσει το σπίτι της. Δεν το κατάλαβε. Είχε σταθεί στη μέση του δρόμου και περίμενε τι θα γίνει. Άκουσε μια κόρνα από ένα αμάξι. Τραβήχτηκε στην άκρη. Έκατσε στο παγκάκι και κοιτούσε τα αυτοκίνητα. Περνούσαν ασταμάτητα και με ταχύτητα. Να όπως οι στιγμές στη ζωή. Όλα περνάνε γρήγορα και δεν καταλαβαίνεις πως από την ευτυχία βρίσκεσαι στα "γκρεμίδια".
Ήθελε πολύ να σηκωθεί. Μα τα πόδια της είχαν καρφωθεί το πάτωμα. Σαν να υπήρχε μια έλξη από κάτω προς τα πάνω που την τραβούσε προς το πάτωμα και δεν την άφηνε να σηκωθεί. Πέρασαν ώρες και εκείνη είχε μείνει καθισμένη στο παγκάκι.

