Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Το αντίο

Ήταν εκείνη η ίδια φιγούρα που έβλεπε στα όνειρα της. Σαν εκείνες τις σκιές που δεν ξέρεις από που ήρθαν και πόσο θα σε ακολουθούν. Τον κοίταζε και αναρωτιόταν γιατί να είναι αυτός. Ήταν πολλά που περίμενε και πολλά που δεν περίμενε να έρθουν. Όλα εκείνα τα άσχημα που δεν θες να σου τύχουν και τα τρως καμιά φορά στη μάπα. Εκείνα που δεν θες να συναντήσεις ποτέ και ξαφνικά τα αφήνεις να σε πλημμυρίσουν. Της είχε ξανασυμβεί. Να αυτό να χάσει τον εαυτό της. Και δεν της άρεσε. Είχε πει ποτέ ξανά. Ξέρεις είναι εύκολο να λες ποτέ εγώ. Κι όμως ναι εσύ.
Είναι αυτό που λένε, "ότι κοροϊδεύεις, το λούζεσαι". Αυτό ακριβώς ήταν.
Αυτό που δεν της είχε ξανασυμβεί και τρόμαζε ήταν αυτό το συναίσθημα που βλέπεις ότι είσαι ο χαμένος του παιχνιδιού και δεν το σταματάς.
Ένιωθε υπεύθυνη όμως για τον εαυτό της και τα συναισθήματα της. Ήξερε που πάει και τι θα συμβεί. Απλά περίμενε καρτερικά τη μέρα που για άλλη μια φορά θα επιβεβαιωνόταν ότι έκανε λάθος. Ήξερε ότι η μέρα αυτή δεν θα αργούσε.
Σήμερα θα του έλεγε αντίο. Εκείνος δεν το ήξερε. Τίποτα δεν ήξερε και τίποτα δεν φανταζόταν. Τους ανθρώπους που αποχωρίζεσαι δεν πρέπει να τους το λες με λόγια. Τα λόγια πληγώνουν, οι λέξεις πονάνε. Οι λέξεις σε κρατάνε πίσω, τις λέξεις δεν τις ξεχνάς. Θα τον κοίταζε στα μάτια και του έλεγε αντίο χωρίς πολλά λόγια. Μόνο με το βλέμμα. Δεν πειράζει. Εκείνη θα το έλεγε από μέσα της. Ήταν άσκοπο να ξοδεύει τον εαυτό της εκεί. Θα έφευγε.
Το εννοούσε. Τι να περίμενε άλλωστε;
Θα του χαμογελούσε για τελευταία φορά, θα άκουγε τη φωνή του και θα έφευγε. Και δεν την πείραζε που αυτό το παραμύθι θα είχε λυπημένο τέλος και η πριγκίπισσα και ο πρίγκιπας δεν θα έμεναν μαζί, γιατί τα πραγματικά παραμύθια δεν έχουν αίσιο τέλος ή  μάλλον δεν έχουν καθόλου τέλος.
Μέσα της βαθιά ήλπιζε πως τελευταία στιγμή κάτι θα έλεγε. Αλλά τον ήξερε πια καλά για να πιστεύει σε απάτες. Θα γυρνούσε την πλάτη του και θα έφευγε, εκείνη θα καθόταν ακίνητη να τον κοιτάζει να απομακρύνεται, ενώ εκείνος δεν θα γύριζε ποτέ να δει πίσω. Γιατί απλά δεν ήθελε. Γιατί όταν θες ψάχνεις αφορμές και όταν δεν θες βρίσκεις αιτίες.





 

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Παραδέχομαι (Μπαράκι 3)

Γύρισε στο σπίτι. Είχε ήδη ξημερώσει. Έκατσε στο μπαλκόνι, πήρε μια ζακέτα. Ο καιρός δεν ήταν ακόμα για πειράματα. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά, αλλά το αεράκι του πρωινού ήταν εκεί για να σου κολλήσει την πρώτη ανοιξιάτικη γρίπη. Άνοιξε το πακέτο με τα τσιγάρα που είχε αγοράσει από το περίπτερο πριν λίγο. Έψαξε τον αναπτήρα της, αλλά δεν ήταν στην τσάντα της. Θα τον ξέχασε στο μπαράκι σκέφτηκε. Την έπιασε ένας πανικός σαν να έχασε το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Έψαχνε σαν τρελή μέσα στο σπίτι να βρει αναπτήρα. Είχε στο ντουλάπι με τα μαχαιροπίρουνα, καλά θυμόταν.
Έκατσε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο. Δεν είχε ύπνο. Ο ήλιος ανέτειλε και η ομορφιά του γέμιζε την ψυχή της. " Πόσο όμορφα πράγματα υπάρχουν στον κόσμο ", σκέφτηκε και ρούφηξε άλλη μια τζούρα. Οι άνθρωποι κοιμούνταν ακόμα και ελάχιστοι τριγυρνούσαν στους δρόμους. Ήταν Κυριακή. Σήμερα δεν είχε δουλειά. Θα καθόταν να κοιμηθεί.
Το τσιγάρο τέλειωσε. Πήγε στο δωμάτιο να ξαπλώσει.
Μόλις πήγε να κλείσει τα μάτια και ξάφνου άκουσε ένα θόρυβο στην πόρτα.
Σηκώθηκε απότομα και βάδισε προς τ' εκεί. Κοίταξε από το ματάκι. Δεν ήταν κανείς. Ιδέα μου θα ήταν σκέφτηκε. Γύρισε την πλάτη της, αλλά πριν προλάβει να κάνει βήμα, ξανά η πόρτα." Κανέναν δεν βλέπω, πως γίνεται", ξανασκέφτηκε.
Άνοιξε δειλά δειλά την πόρτα και στάθηκε αμίλητη. Μια ανθρώπινη μάζα ήταν στα πόδια της. Έσκυψε και τον ακούμπησε στο πρόσωπο.
" Πώς είσαι έτσι; ", τον  ρώτησε.
" Ήρθα ", της αποκρίθηκε.
" Έλα μέσα ".
Τον έβαλε να κάτσει στον καναπέ και πήγε να του φτιάξει έναν καφέ. Ποιος ξέρει πόσα ποτά είχε πιει. Του έφερε τον καφέ και τον κοίταξε στα μάτια.
" Πιες", του είπε σχεδόν φωνάζοντας του.
" Μην μου φωνάζεις, εγώ ήρθα για σένα. "
" Για να σε δω μεθυσμένο και να χαρώ; ", του απάντησε.
" Για να σου μιλήσω ".
" Δεν νομίζω ότι είσαι σε θέση".
" Είμαι. Θα ακούς και δεν θα μιλάς για λίγο. Μπορείς; "
Δεν απάντησε. Του έγνεψε καταφατικά και τον άφησε να μιλήσει.
" Ξέρεις πως είναι τα πράγματα ", της είπε μισογελώντας. " Είναι δύσκολο να παραδεχθείς πολλές φορές. Εγώ... " είπε κρατώντας την ανάσα του σαν να πήγαινε να τον πνίξει. " Εγώ ήρθα να σου πω όσα δεν σου είπα τόσο καιρό. Ξέρεις ο ένας πάντα περιμένει από τον άλλο χωρίς να σκέφτεται ότι και ο άλλος περιμένει από αυτόν. Έτσι έκανα και εγώ. Το ξέρω ότι πολλές φορές ήμουν λάθος, μα σου ζητώ συγνώμη. Ξέρεις δεν λέω συχνά αυτή τη λέξη. Πρέπει να το εκτιμήσεις. Ήρθα χωρίς να περιμένω να μου πεις να μείνω, αλλά για να σου πω όσα είναι να σου πω και να φύγω. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για να τα δικά του συναισθήματα και όχι για του άλλου. Εγώ πχ σου δίνω την αγάπη μου χωρίς να περιμένω να μου πεις απαραίτητα ότι μ' αγαπάς".
Κόπασε για λίγο. Ήπιε λίγο καφέ, την έπιασε από το πρόσωπο, την κοίταξε στα μάτια και της είπε.
" Δεν ήρθα για να νιώσεις άσχημα, ούτε για να ενοχλήσω. Θα φύγω. Να σου είπα ότι ήταν να σου πω. Ναι, τα παραδέχομαι όλα. Ναι, σε θέλω και ζηλεύω να σε βλέπω με άλλους. Με αυτούς που τάχα στο παίζουν φίλοι και σου απλώνουν χέρι. Θα μου πεις με ποιο δικαίωμα.. Δίκιο θα  'χεις. Με κανένα."
Σηκώθηκε από τον καναπέ αμίλητος.
"Ευχαριστώ για τον καφέ, καλημέρα", είπε και άνοιξε την πόρτα για να φύγει. 
Εκείνη έμεινε να τον κοιτάει σαν να είχαν καρφωθεί τα πόδια της στο πάτωμα. " Μ' αγαπάει ", σκέφτηκε. Αυτό ήθελα να ακούσω. Αλλά τα πόδια της παρέμεναν κολλημένα στο πάτωμα, θαρρείς και κάτι την σταματούσε από το να τρέξει στην αγκαλιά του. " Τρελή είμαι ", σκέφτηκε, " τρελή που τον αφήνω να φύγει ".
" Στάσου" , του φώναξε πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα και έτρεξε πίσω του.
" Νομίζεις ότι θα σε αφήσω να φύγεις; "
 
Εκείνη την μέρα δεν κοιμήθηκαν. Κάτσαν στο μπαλκόνι μέχρι να βαρεθούν. Δεν βαρέθηκαν. Δεν βαρέθηκαν για πολύ καιρό.
 



( Οι άνθρωποι δύσκολα παραδέχονται είτε τα καλά είτε τα άσχημα. Κακώς.
Η ηρωίδα δεν μπορούσε να μείνει χωρίς τον έρωτα της. Όπως είπε και μια φίλη είναι αδύνατο να δεχθούμε ότι δύο άνθρωποι που θέλουν ο ένας τον άλλον, δεν μιλούν. Σωστά φίλη μου. Η ηρωίδα έζησε τον έρωτα της. Ζήστε τον και εσείς. )
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

«Κοντά σου για πάντα»


Μολλάς Φραγκίσκος
Καλοκαίρι του ’85. Ένα από τα καλοκαίρια που χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη όχι μόνο τη δική μου, αλλά και των πέντε. Ήμασταν πέντε! Παρόλο που οι δύο έρχονταν κάθε καλοκαίρι εμείς τους θεωρούσαμε βασικά μέλη της ομάδας.

Ο Νικήτας και η Μυρσίνη έμεναν στην Αυστραλία. Η μητέρα τους ήταν από εδώ, από το χωριό. Είχαν το πέτρινο σπίτι στο λόφο. Ένα από τα ωραιότερα αρχοντικά που υπήρχαν την εποχή εκείνη. Εδώ τα δύο αδέρφια απολάμβαναν επί τρία ολόκληρα χρόνια τις καλοκαιρινές τους διακοπές  από το ’83 έως και το ’85, μαζί πάντα με τους γονείς τους. Εγώ ,ο Γιώργης και η Μαριγούλα κάθε φορά περιμέναμε πως και πως την ημέρα που θα έφτανε το αεροπλάνο από την Αυστραλία και θα βλέπαμε ξανά τους πολυαγαπημένους μας φίλους. Όσο καιρό περνούσαν τα παιδιά στο χωριό ήμασταν αχώριστοι εκτός από τις ώρες του ύπνου βέβαια όπου εκεί ο καθένας γύριζε στο σπίτι του με την λαχτάρα να ξημερώσει και πάλι και να δει την παρέα του.

Μπορεί τους δύο πρώτους χρόνους η ώρα να κυλούσε ευχάριστα και η καθημερινή ρουτίνα να είχε φτάσει στο ζενίθ της, τον τρίτο χρόνο αν και όλα έδειχναν ότι θα επαναληφθεί αυτό ,συνέβη κάτι που ανέτρεψε όλα τα προβλεπόμενα.

 

«Αργούν ;» Ρώτησε η Μαριγούλα. Ήταν η δέκατη έβδομη φορά που ξεστόμιζε αυτή τη φράση. Τις μετρούσα, με την ιδέα ότι αν έχω κάτι να κάνω θα περνούσε πιο γρήγορα η ώρα, αλλά και επειδή με εκνεύριζε αφάνταστα όλη η κατάσταση άγχους και η διατάραξη της ηρεμίας που προκαλούσε αυτή η κουβέντα της. Ο Γιώργης χαμογέλασε διστακτικά. Κάτι μου έλεγε ότι ήξερε αυτό που σκεφτόμουν. Αυτή τη φορά δεν άντεξα. «Αμάν ρε Γιώργη τι πράγμα είναι αυτή η αδερφή σου; Μέχρι και γάιδαρο σκάει! Όπου να ’ναι θα ’ρθούν.»

Ο Γιώργης δεν άντεξε να συγκρατεί τα γέλια του άλλο. Η Μαριγούλα βλέποντας τον αδερφό της ανήμπορο να την υπερασπιστεί γύρισε προς το μέρος μας και με ένα ανόητο ύφος, είπε: «Μμμ! Ποιος μιλάει; Εσύ βρε από την αγωνία που έχεις, έφαγες όλα τα νύχια σου. Κοίτα, κοίτα χάλια! Ο ένας χτυπιέται στα γέλια και ο άλλος τρώει τα νύχια του. Και μετά σου λένε άντρες, κολόνες του σπιτιού, αφεντικά. Βρε έτσι είναι οι άντρες;»

Και ενώ εγώ ήμουν έτοιμος να την αποστομώσω, αν και δεν είχα σκεφτεί τον τρόπο με τον οποίο θα το καταφέρω, ο Γιώργης μας διακόπτει: «Ένα ολόκληρο καλοκαίρι είναι μπροστά μας χωρίς σχολεία, ανάγνωση και αριθμητική και εσείς το μόνο που κάνετε είναι να μαλώνετε ;»

Ξάφνου τη θέση της έντασης και του καβγά πήρε η ησυχία. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα φύλλα της φλαμουριάς που βρισκόταν στο κέντρο της μικρής πλατείας του χωριού και μερικά τζιτζίκια που τριβέλιζαν μέσα στη ζέστη του μεσημεριού. Όλη αυτή η ηρεμία δεν κράτησε για πολύ. Η Μαριγούλα τσίριζε από τη χαρά της. Εγώ και ο αδερφός της την βλέπαμε απορημένοι. Για κάποια δευτερόλεπτα προσπαθούσε να αρθρώσει μια λέξη. «Μυ-Μυ-Μυρσίνη!»

Η καρδιά μου άρχισε να σφυροκοπάει. Νόμιζα ότι θα φύγει από τη θέση της και θα εκτοξευθεί μέτρα μακριά. Ήταν αλήθεια! Μπορεί οι άλλοι δύο φίλοι μου να με κορόιδευαν και εγώ να προσπαθούσα να τους διαψεύσω, βαθιά όμως μέσα μου το ήξερα πως είχα κρυμμένα αισθήματα γι’ αυτήν την κοπέλα. Ήταν δύο χρόνια μικρότερη από εμένα. Τον Αύγουστο έκλεινε τα δώδεκα! Ήταν ψηλή, αδύνατη με πράσινα μάτια και χρυσές μπούκλες που έφταναν ως τους ώμους της.

Το μυαλό μου πλημμύρισε από ένα πλήθος μηνυμάτων. Άλλα ήταν χαράς, άλλα αγωνίας, άλλα άγχους. Η σύγχυση εξαφανίστηκε ως δια μαγείας όταν την άκουσα να με φωνάζει. «Κωστή, Κωστή! Παιδία! Ήρθαμε!» Γύρισα να τους αντικρίσω. Τα χείλη μου έφταναν ως τα αυτιά μου. Είχαν αλλάξει αρκετά. Ο Νικήτας είχε ψηλώσει και στο πρόσωπο του το παιδικό χνούδι είχε εξαφανιστεί. Η Μυρσίνη έδειχνε πως είχε μεγαλώσει και αυτή. Δεν ήταν το κοριτσάκι που ήξερα. Ήταν μία δεσποινίδα πλέον.

Μόλις κατέβηκαν από το αυτοκίνητο έτρεξα να την αγκαλιάσω. Το ίδιο και αυτή. Η μυρωδιά της ήταν μοναδική. Αυτό το ολοφύσικο άρωμα του δέρματος της είχε καρφωθεί μεσ’ το νου μου. Τρέξαμε στο ‘Μυστικό Φυλάκιο’. Έτσι είχαμε ονομάσει το δεντρόσπιτο που φτιάξαμε όλοι μαζί το πρώτο καλοκαίρι. Ήταν το κατασκοπευτήριο μας. Από εκεί μπορούσε κανείς να δει όλο το χωριό.

Συζητούσαμε με τις ώρες. Αρχίσαμε με το τι κάναμε όλο το χειμώνα κι έπειτα θυμηθήκαμε τις σκανταλιές και τις υπόλοιπες υπέροχες στιγμές που απολαύσαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της φιλίας μας.

 

 

Οι μέρες κυλούσαν σαν το νερό. Κάθε πρωί ο Νικήτας και η Μυρσίνη περνούσαν από το σπίτι μου για να με φωνάξουν και ύστερα όλοι μαζί τρέχαμε στο σπίτι του Γιώργη και της Μαριγούλας για να τους πάρουμε κι αυτούς. Η Μαριγούλα μέσα σε όλα τα ελαττώματα που είχε ήταν και η λατρεία της για τον ύπνο. Ήταν η τελευταία που ξυπνούσε καθημερινά και μας καθυστερούσε όλους.

Αμέσως μετά στο Μυστικό Φυλάκιο είχαμε συμβούλιο. Εκεί καθόμασταν ως συνήθως ολόκληρα τα πρωινά. Άλλες φορές μιλούσαμε, άλλες πάλι παίζαμε. Κάθε φορά όμως ήταν ο πρώτος μας προορισμός.

 

Είχε περάσει κιόλας μιάμιση εβδομάδα. Ούτε που την κατάλαβα. Συνολικά τα παιδιά θα έμεναν τρεις εβδομάδες. Φοβόμουν να σκεφτώ πως οι μισές διακοπές τους είχαν περάσει και πως σε μια εβδομάδα όλα θα ήταν όπως και πριν. Θα είμαστε δηλαδή τρεις και όχι πέντε. Θα πηγαίνω μόνος μου κάθε πρωί να φωνάζω τη Μαριγούλα και τον αδερφό της και θα περιμένουμε πάλι τους φίλους μας να έρθουν για τις καλοκαιρινές διακοπές τους.

 

 

Την 27η  Ιουλίου του 1985, ημέρα Σάββατο πιστεύω πως δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Εκείνη την ημέρα είχα ξυπνήσει με πάρα πολύ καλή διάθεση. Αμέσως κατέβηκα στο ισόγειο του σπιτιού για να πάρω πρωινό και να φύγω. Από τις σκάλες όμως ακόμα άκουγα τη μητέρα μου να φωνάζει. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τι ακριβώς έλεγε. Από τη μία έκλαιγε και από την άλλη φώναζε. Ο πατέρας προσπάθησε να την ηρεμήσει εκείνη όμως τον απωθούσε λέγοντας του πως δεν ήθελε να την ακουμπά και  πως τον σιχαίνεται. Ένιωθα πάρα πολύ άσχημα ,λες και ήμουν εγώ αυτός που έφταιγε. Ένας κόμπος είχε τοποθετηθεί στο στομάχι μου . Κατάφερα να φύγω στα κλεφτά από την πόρτα της κουζίνας χωρίς να με πάρουν είδηση. Ξεκίνησα να πηγαίνω προς το αρχοντικό του γερό-Νικήτα όπου έμεναν η Μυρσίνη και ο αδερφός της. Ήθελα να τους προλάβω πριν φτάσουν στο σπίτι και αντικρίσουν την συγκεκριμένη κατάσταση. Μόλις όμως κόντευα στο σπίτι τους ο καβγάς έγινε πιο έντονος. Αυτή τη φορά με πρωταγωνιστές τους γονείς των φίλων μου. Ο πατέρας τους ο Ρίτσαρντ ωρυόταν. Από αυτά που έλεγε τα μισά ήταν αγγλικά και τα υπόλοιπα ελληνικά. Από μερικά που κατάλαβα ήταν και το γεγονός ότι η γυναίκα του βγήκε τα μεσάνυχτα από το σπίτι και συναντήθηκε με κάποιον άντρα.

Δεν πρόλαβα να γυρίσω την πλάτη μου και να φύγω και τα παιδιά βγήκαν από το παράθυρο της τουαλέτας. Χωρίς να μιλήσουμε, συμφωνήσαμε να ξεχάσουμε ότι έγινε. Φύγαμε και πήγαμε στο δεντρόσπιτο όπου μας περίμεναν και οι υπόλοιποι. Δεν δώσαμε συνέχεια στο θέμα απλά το προσπεράσαμε.

 

Είχε πάει πλέον έξι. Όλοι οι γέροντες βρίσκονταν στο καφενείο του χωριού. Εμείς τα παιδιά στη παιδική χαρά και στο γήπεδο. Ενώ όλοι οι υπόλοιποι απολάμβαναν τον απογευματινό τους καφέ στις αυλές των σπιτιών τους.

Μπαμ! Μπαμ! Ακούστηκε, και όλοι διακόψαμε ότι κι αν κάναμε εκείνη τη στιγμή. Ένιωσα πάλι τον πρωινό κόμπο μόνο που αυτή τη φορά είχε σφίξει πάρα πολύ. Για λίγα δευτερόλεπτα ανάσαινα.

Αμέσως γύρισα και είδα τη Μυρσίνη. Το βλέμμα της ήταν φοβισμένο. Σαν κάτι να ήθελε να μου πει. «Θα είμαι κοντά σου για πάντα.» της είπα και την αγκάλιασα. Ξαφνικά ακούγεται μια κραυγή. Ο Νικήτας κοιτά προς το μέρος μου. Επί τρία λεπτά κυριαρχούσε πλήρης σιωπή. Έπειτα φάνηκε από τη γωνία του σοκακιού ο Ρίτσαρντ που κατευθυνόταν προς το μέρος μου. Δεν τον σταμάτησε κανείς απλά τον παρακολουθούσαμε. Τράβηξε από την αγκαλιά μου την Μυρσίνη και από το χέρι τον Νικήτα και ύστερα χάθηκε από εκεί που ήρθε.

Την επόμενη μέρα έμαθα πως οι γονείς μου σκοτώθηκαν. Ο άντρας που συναντήθηκε η μητέρα του Νικήτα ήταν ο πατέρας μου και όταν ο Ρίτσαρντ το έμαθε θέλησε να πάρει εκδίκηση για την απιστία της γυναίκας του. Λίγο πριν όμως πατήσει την σκανδάλη η μητέρα μου μπήκε μπροστά.

 

 

Τελικά ο Ρίτσαρντ πήρε τα παιδιά του και γύρισε πίσω στην Αυστραλία. Μετά από οχτώ χρόνια η Μυρσίνη ήρθε στην Ελλάδα για σπουδές πέρασε στο ίδιο πανεπιστήμιο με εμένα. Εκεί συναντηθήκαμε και με ερωτεύτηκε και αυτή. Πέντε χρόνια αργότερα παντρευτήκαμε και έπειτα από δύο ακόμη αποκτήσαμε το πρώτο από τα δύο παιδιά μας. Και τώρα που εγώ είμαι σαράντα δύο ετών και η Μυρσίνη σαράντα ,εξακολουθώ να είμαι κοντά της όπως είχα υποσχεθεί!
 
 
 
 
 

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Το μπαράκι 2

Έκανε μια παύση και χαμογέλασε με πικρία. Ήπιε και την τελευταία γουλιά από το ποτό της κοιτώντας την τζαμαρία. Κοιτούσε ανήσυχα την ώρα στο κινητό. Σαν να περίμενε κάποιον.
" Ξέρεις, συνέχισε, κάθε φορά που γυρίζω το βλέμμα μου κάπου σκέφτομαι πως θα τον δω και όταν ακούω το όνομα μου είναι σαν να το ακούω από τα χείλη του. Δεν ξέρω τι είναι αυτό. Δεν ξέρω πως το λένε. Το ζώ συχνά. Μερικοί το λένε έρωτα. Μα ο έρωτας είναι αμοιβαίος. Αλλιώς δεν είναι τίποτα. Για να υπάρξει, πρέπει να υπάρχουν δυο. Δύο αισθήματα, δύο φωνές, δύο βλέμματα, δύο άνθρωποι. Για μένα δεν ξέρω τι υπάρχει. Ίσως μόνο αυτή η τελευταία τζούρα από το τσιγάρο μου και λίγα λεφτά στο πορτοφόλι για ακόμα ένα ποτό. Θα πιεις μαζι μου ακόμα ένα; "
Δεν της αρνήθηκα. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Σήμερα ήθελε κάπου να ανοιχτεί. Να μιλήσει.
Παραγγείλαμε δυο από τα συνηθισμένα. Μας ξέραν πια. Ο μπάρμαν την γλυκοιτούσε κιόλας. Είναι όμορφη κοπέλα τώρα που την παρατηρώ. Ο μπάρμαν της χαμογέλασε καθώς τον πλήρωνε, αλλά εκείνη γύρισε από την άλλη.
" Τον βλέπεις αυτόν; " με ρώτησε.
" Ναι" της αποκρίθηκα. " Είναι όμορφος."
" Άμα σ' αρέσει χάρισμα σου. "
" Εσένα κοιτάει όμως. "
" Κάθε βράδυ μου ζητάει να με πάει σπίτι. Τι να τον κάνω όμως; Άλλο ένα κορμί στα ίδια σεντόνια και ένα ακόμα χτύπημα στην πόρτα το πρωί πριν ξυπνήσω. Τους ξέρω καλά δαύτους. Μεγάλωσα μ' αυτούς. Αν γουστάρεις να περάσεις την βραδιά σου κέρασε τον ένα ποτό. Θα μου πεις είσαι γυναίκα και αυτός άντρας. Πια οι άντρες απο τις γυναίκες περιμένουν. "
" Εσύ από ποιον περιμένεις; " ,την ρώτησα χαμηλόφωνα.
" Εγώ περιμένω να ανοίξει η πόρτα ", είπε και ήπιε το ποτό της μονορούφι. Σταμάτησε να μιλά για λίγα δευτερόλεπτα και έκανε έναν κύκλο το μαγαζί με τα μάτια της. Μετά κοίταξε την ώρα.
" Είναι αργά, πάμε", χαιρετήσαμε το αγόρι στο μπαρ που για άλλο ένα βράδυ της έγνεψε προς το μέρος του και εκείνη του χαμογέλασε αρνητικά.
Μπήκαμε στο αμάξι και με κατέβασε μέχρι το μετρό. Εκείνη την ώρα στη λεωφόρο δεν είχε ψυχή. Είχε πάει κιόλας πέντε. Μόνο κάτι ξενύχτηδες τριγυρνούσαν περιμένοντας ν' ανοίξει το μετρό. Αφού την καληνύχτησα μου αποκρίθηκε, " καληνύχτα και όνειρα γλυκά, να ονειρευτείς τον πρίγκιπα σου."
Έκλεισε το παράθυρο και έφυγε. Έμεινα μόνη και έκατσα στα σκαλοπάτια του μετρό περιμένοντας ν' ανοίξει και προσπάθούσα να σκεφτώ όσα μου είπε απόψε. Σάμπως κατάλαβα και τίποτα; Περίεργη γυναίκα σκέφτηκα. Με τόσο έρωτα, έχασε το μυαλό της. Μετά θυμήθηκα το βλέμμα της που κάτι έψαχνε στο μπαράκι. Ίσως να ήταν το στέκι τους και να τον περίμενε. Ίσως τελικά και να μην ήταν τόσο περίεργη. Αλλά αυτός; Αυτός δεν είχε καταλάβει τίποτα; Αυτός γιατί δεν ήρθε στο μπαράκι να την βρει; Μήπως και εκείνος περίμενε σε κάποια άλλη γωνιά της Αθήνας να τον συναντήσει; Μήπως το σημείο συνάντησης των ανθρωπων δεν είναι πάντα το ίδιο; Μήπως κάποιες φορές περιμένουμε τα ίδια πράγματα αλλά αλλού;  Ίσως και εκείνος να είχε γίνει λιώμα σε κάποιο άλλο μπαράκι της Αθήνας και να την περίμενε. Και ίσως και αυτός να κοίταζε γύρω του για να την βρει, αλλά να μην ήταν πουθενά. Ίσως και να ήξερε ότι τον περιμένει, αλλά να μην πήγε.
Ίσως να μην πήγε για το καλό της.
Μπήκα στο μετρό και γύρισα στο σπίτι.
Μια μέρα ίσως και να βρεθούν σκέφτηκα. Αλλά ίσως τότε να είναι αργά.
 
 

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Το μπαράκι

Στεκόταν αμίλητη και κάπνιζε το τσιγάρο της. Ο καπνός είχε γεμίσει το δωμάτιο και το πρόσωπο της φαινόταν θολό. Ξεφυσούσε τον καπνό αναστενάζοντας και ρούφαγε που και που μια γουλιά από το ποτό της. Ήταν ακόμα ένα βράδυ σε εκείνο το μπαράκι με το παλιό πικ απ και την μεγάλη τζαμαρία, σε μια γωνιά της Αθήνας κάπου χωμένο, εκεί που πολλά μπαράκια είναι ξεχασμένα μέχρι να τα ανακαλύψεις και να τα κάνεις στέκια σου. Δεν πήγαινε πολύ συχνά και ας το αγαπούσε αυτό το μέρος. Είχε πολλές δουλειές για να μοιράζει τόσο χρόνο στη διασκέδαση. Τώρα τελευταία όμως πήγαινε πολύ συχνά. Με καλούσε και εμένα. Μερικές φορές δεν μιλούσαμε πολύ. Δηλαδή εκείνη. Κρατούσε το τσιγάρο της και κοίταγε το μπάρ ψελίζοντας διάφορους σκοπούς άλλες φορές αυτούς από το πικ απ, άλλες φορές δικούς της.
Σήμερα δεν μιλούσε καθόλου.
Δεν είχε όρεξη.
Την ρώτησα γιατί.
Άρχισε να μου μιλά. Δεν το περίμενα. Δεν το είχε ξανακάνει ποτέ. Ήθελε να την ρωτήσω σήμερα. Να μάθω τι έχει. Ήταν εκείνος πάλι. Εκείνος που χρόνια τώρα έπαιρνε διάφορες μορφές, ονόματα και μυρωδιές, μα πάντοτε άφηνε την ίδια πικρή γεύση στα χείλη και το ίδιο παράπονο στην καρδιά.
" Όχι ότι με νοιάζει και πολύ, ψέλλισε, αλλά να δεν μπόρεσα ποτέ να του πω πόσο τον αγαπάω. Ήθελα, αλλά δεν μπόρεσα. Και τον άφησα να πιστεύει ότι δεν νοιάζομαι. Μα ήταν λάθος, γιατί εγώ τον αγαπούσα περισσότερο από ότι εκείνος. Περισσότερο από όσο περίμενε. Αλλά δεν τόλμησα ποτέ να το παραδεχθώ. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή δεν ήθελα να ξέρει την αδυναμία μου αυτή. Ίσως επειδή φοβόμουν ότι την κατάλληλη στιγμή θα την εκμεταλλευτεί όπως κάναν και οι υπόλοιποι. Ήθελα να πιστεύω πως δεν ήταν σαν τους υπόλοιπους.
Και δεν ήταν. Είχε κάτι στα μάτια του που τον διαχώριζε από τους άλλους. Ήταν ένα μικρό παιδί με πρόσωπο ενήλικα. Ένα χαμόγελο κρυμμένο πίσω από έναν σκιθρωπό άνθρωπο. Μια ζεστή αγκαλία πίσω από ένα κρύο άγγιγμα. Τα πιο όμορφα μάτια πίσω από μια αδιάφορη ματιά. "
Σταμάτησε να μιλά για λίγο και έπιασε το πακέτο με τρεμάμενα χέρια. Ήθελε ένα τσιγάρο ακόμα για να συνεχίσει. Άναψε και συνέχισε ρουφώντας με μανία.
" Θα μου πεις, την πάτησα. Ναι, ίσως. Αλλά δεν το διάλεξα. Μια μέρα ξαφνικά τον κοίταξα και το δωματιο άδειασε. Αυτό ήταν, είπα μέσα μου. Και όσο περνούσε ο καιρός τα πράγματα γινόταν χειρότερα. "
" Και τώρα; "την ρώτησα.
" Τώρα; " είπε και γέλασε σαρκαστικά. " Τώρα κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι εκείνο το πρώτο του βλέμμα που δεν θυμάμαι πότε ήταν - ή ποιο απο όλα ήταν το πρώτο - και λέω στον εαυτό μου, " ναι αυτό ήταν, ακόμα και αν δεν είναι πια". Μικρή μου δεν έχουν όλα τα παραμύθια χαρούμενο τέλος. Σε κάποια ο πρίγκιπας δεν έρχεται ποτέ ή έρχεται αλλά φεύγει γρήγορα. "
 
 
 
 

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Οι αναλώσιμοι

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ο ένας τον άλλο σαν να είναι αναλώσιμα υλικά. Είναι που νομίζουν ότι όλα αντικαθίστανται. Σαν κάτι που αν το χάσεις, μπορείς να το ξαναβρείς. Μα συνήθως αυτό το βλέπει ο ένας. Γιατί αν δούμε τις σχέσεις σαν μια παρτίδα τάβλι, δεν γίνεται να κερδίσουν και οι δύο.
Σχέσεις. Και τί είναι η σχέση; Βγαίνει από το ρήμα έχω. Σημαίνει δηλαδή ότι έχω έναν άνθρωπο. Και ποιος μπορεί να είναι σίγουρος ότι έχει κάποιον άνθρωπο δικό του; Ποτέ δεν θα μάθεις αν τον έχεις ή οχι. Ή μπορεί να νόμιζες ότι τον είχες και να μην τον είχες ποτε.
Άρα για να έχεις σχέση πρέπει να "έχεις" έναν άνθρωπο. Δικό σου. Μαζί σου. Δίπλα σου. Μα είναι τόσο δύσκολο να κρατήσεις έναν άνθρωπο κοντά σου όσο είναι και να τον φέρεις.
Οι σχέσεις των ανθρώπων είναι περίπλοκες.
Μα ίσως να είναι έτσι γιατί το μυαλό του ανθρώπου είναι περίπλοκο. Σκέφτεσαι τόσα που δεν θα έπρεπε, ενώ απλά θα μπορούσες να σκεφτείς ορθολογικά και να βοηθήσεις τον εαυτό σου να σωθεί από περιττούς προβληματισμούς.
Παλιότερα είχα πει πως αν δεν ρισκάρεις πως θα μάθεις; Μα το ρίσκο είναι μεγάλο πράγμα. Θέλει κότσια και δεν τα έχεις καλύτερα να κάτσεις στον καναπέ σου.
Ίσως και το βόλεμα του αναλώσιμου να έρχεται ως αναγκαίο κακό επειδή οι άνθρωποι δεν μάθαν να προσπαθούν. Να πολεμούν και να χάνουν. Ίσως φοβούνται μη πληγωθούν.
Ο καθένας κρύβει μια ιστορία πίσω του. Εγω δεν καταδικάζω κανέναν. Άλλωστε πως θα μπορούσα;