Η λεπίδα του ξυραφιού τρύπησε το πρόσωπο του. Κοιτάχτηκε στον καθρέπτη για λίγα δεύτερα. Ρυτίδες γέμισε ξάφνου το πρόσωπο του.
Κοίταξε αφηρημένα τον καθρέπτη και εστίασε το βλέμμα του για ώρα σε ένα ράγισμα του. Ράγισε ο καθρέπτης σκέφτηκε μα δεν έσπασε ακόμη. Έχασες τη μάχη, μα όχι τον πόλεμο. Βίωσες την απώλεια, μα όχι την μοναξιά. Έχασες μια προσπάθεια, μα όχι το όνειρο. Η σκέψη του κυμάτισε γοργά προς την σκέψη της. Εκείνο το όνειρο. Όνειρο με μακριά μαλλιά. Τα μάτια της συνήθως γυάλιζαν και χαμογελούσε πολύ. Η φωνή της ακουγόταν σαν μουσική, τα δάκτυλα της κινούνταν σαν αέρας. Οι εικόνες της στο μυαλό του θα μπορούσαν να γεμίσουν μια αιωνιότητα. Μια αιωνιότητα αγάπης για το άπιαστο. Το ιδανικό άπιαστο, το αιώνιο, το ανεξάντλητο, μια νότα που δεν έπαιξες ακόμη στο πιο όμορφο κελαρυστό άκουσμα βιολιού που ανθρώπινο χέρι δε θα μπορούσε να παίξει, μόνο το χέρι ενός αγγέλου. Εκείνος δε πίστευε σ’ αυτά, η παρουσία της τον έκανε τουλάχιστον να πιστεύει στα θαύματα. Δεν ήξερε αν ήταν μαγικό ραβδάκι κάποιας μάγισσας ή προσευχή κάπου πιστού που έγινε πραγματικότητα, δεν ήξερε ποιον Θεό να λατρέψει και ποιον άγιο να επικαλεστεί. Μα, η δική της μορφή στα μάτια του ήταν σαν κάτι απόκοσμο. Σαν να μην την είχε αγγίξει ποτέ κανείς. Σαν να μην την είχαν μολύνει οι άνθρωποι. Και έμοιαζε μια αιωνιότητα η απόσταση από κοντά της. Και έμοιαζε ένας ατέλειωτος διάδρομος από ξερά φύλλα στο δάσος, ένα δύσβατο μα όμορφο μονοπάτι που δε τέλειωνε ποτέ. Όσο βυθιζόταν σε αυτή την ονειρική περιπλάνηση, τα μάτια του βάραιναν και έκλειναν. Ξαφνικά ήταν μπροστά του. Μια φιγούρα που περιπλανάται. Ήταν τόσο μακριά, αλλά τόσο κοντά του. Έκανε το χέρι του να την πιάσει, μα δε την έφτανε. Προσπάθησε πολύ. Της φώναξε “εσύ, έλα”. Εκείνη του χαμογέλασε, μα δεν ήρθε. Προσπαθούσε για ώρα να την φτάσει. Όσο περνούσε η ώρα η φωνή του χαμήλωνε εκείνος φώναζε μα η φωνή του δεν ακουγόταν. Ούρλιαζε, μα εκείνη δε τον άκουγε μονάχα χαμογελούσε. Κουρασμένος πια να προσπαθεί το ακατόρθωτο κάθισε σε έναν ίσκιο. Το πρόσωπο της σκοτείνιασε. Δεν προσπαθούσε πια να την φτάσει. Ένα ελαφρύ μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπο της. Ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο της. Εκείνος ήθελε να σηκωθεί να της σκουπίσει τα δάκρυα μα μια ακατανίκητη έλξη τον κρατούσε στο χώμα. Δε μπορούσε να σηκώσει τον εαυτό του από το χώμα. Τα μάτια του κλείνανε. Σκεφτόταν “θέλω να την αγγίξω, να την φτάσω”. Μα όσο και αν το προσπαθούσε τα μάτια του κλείνανε ακόμη περισσότερο. Ένιωσε να βυθίζεται σε μια πλάνη. Ένα απέραντο σκοτάδι. Ήθελε να κλάψει. Που είναι το φως;
Ξαφνικά, ανοίγει τα μάτια του. Κοιτάει τον καθρέπτη. Το γυαλί είχε κολλήσει. Πως κόλλησε; “Μα δεν ήταν ραγισμένο;” αναρωτήθηκε. Το αίμα είχε στεγνώσει στο πρόσωπο του. Το σκούπισε. Έριξε λίγο νερό στα μάγουλα του. Παρατήρησε τον εαυτό του. Φαινόταν πιο γερασμένος από πριν. Σα να είχε περάσει μια ζωή από πάνω του. Μια ζωή προσπαθώντας. Τι να προσπάθησε άραγε; Να κολλήσει το σπασμένο γυαλί; “Όταν προσπαθείς μόνος, τα πράγματα παίρνουν περισσότερο χρόνο,” σκέφτηκε, “στο τέλος φτιάχνουν όμως..”
Πλησίασε στον καθρέπτη, το γυαλί δεν είχε κολλήσει. Τα κομμάτια του ήταν πολύ κοντά. Όχι κολλημένα όμως. Καλά ενωμένα όμως ώστε να μην φαίνεται η ρωγμή. “Σαν τα τραύματα των ανθρώπων,” σκέφτηκε. Συνέδεσε τις σκέψεις του και έγραψε σε ένα χαρτί: “Όταν προσπαθείς μόνος, τα πράγματα παίρνουν περισσότερο χρόνο, στο τέλος φτιάχνουν όμως, σαν τα τραύματα των ανθρώπων.” Κοίταξε το χαρτί για άλλη μια φορά. Είπε δυνατά και έγραψε στο τέλος της σελίδας, “επουλώνονται”.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου