Είχε πει ότι θα έρθει σήμερα και έτσι ετοιμαζόταν από νωρίς. Είχε στολιστεί θαρρείς και δεν την είχε ξαναδει ποτέ. Είχε βάλει όλη της την τέχνη για να σταθούν τα μαλλιά της πιασμένα και να μην πέφτουν οι αφέλειες στο πρόσωπο της. Είχε αρωματιστεί ολόκληρη και είχε αποφασίσει πως αυτή τη φορά δεν θα ρωτούσε πολλά ή μάλλον δεν θα ρωτούσε τίποτα. Θα απαντούσε σε όσα ήθελε, δεν θα έλεγε περιττά λόγια και όχι πολλές ερωτήσεις. Να μην τον κάνει να βαρεθεί. Να την βαρεθεί.
Τις προάλλες της είπε ότι μιλάει πολύ. Δεν ήθελε να την βαριέται γιατί αν την βαριέται δεν θα έρχεται. Ήθελε να περνάει ωραία μαζί της. Της είπε μια μέρα θα κοιμηθεί εκεί και χάρηκε. Μπορεί και σήμερα. Αν δεν τον κάνει να την βαρεθεί...
Η Δήμητρα της είπε ότι είναι χαζή. Αυτή λέει πώς τον αγαπάει όμως. Και αυτός. Απλά δεν το δείχνει τόσο. Είναι καλός και της το είπε της Δήμητρας. Εκείνη λέει πώς είναι απόμακρος και κρύβει πράγματα. Αυτή δεν το πιστεύε. Είναι απλώς πολυάσχολος. Είναι έξυπνος και εργατικός. Δεν μπορεί να μιλάει μαζί της διαρκώς και να τον ενοχλεί. Σήμερα όμως θα έρθει.
Η ώρα είχε πάει 11. Τα μαλλιά της στεκόταν καλά. Το φαί είχε κρυώσει. Στο δωμάτιο είχε ησυχία. Οι κινήσεις του λεπτοδείκτη ακουγόταν ξεκάθαρα. Κοιτούσε ατάραχη το ρολόι και περίμενε. "Μου το υποσχέθηκε", ψέλλισε.
Της είχε υποσχεθεί λίγα. Και έκανε ακόμα λιγότερα. Δεν ήξερε γιατί τα έκανε όλα αυτά. Γιατί ήταν το γκομενάκι του "ξύπνιου" βλάκα που την κορόιδευε. Φοβόταν να το πει και στον ίδιο της τον εαυτό. Φοβόταν να το πει και σε αυτόν. Φοβόταν να ξεκόψει. Φοβόταν να ζήσει μακριά του. Ήταν κάτι σαν το αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής της. Το οξυγόνο της και όλο της το είναι. Ο λόγος που ξυπνούσε το πρωί και δεν κοιμόταν τα βράδια. Και ήταν όμορφη. Δεν είχε καταλάβει ποτέ κανείς γιατί έμενε εκεί κολλημένη.
Ήταν μάλλον το άρωμα του ή η φωνή του. Ήταν το περπάτημα του που ήταν αέρινο σαν να περπατάει ένας θεός. Ήταν το κοίταγμα του και τα χρυσαφιά του μάτια που της είχαν πάρει το μυαλό. Και αυτό το μυστήριο που έκρυβε πίσω από αυτά. Αύτό που έθρεφε τη δίψα της για αυτόν.
Ήθελε να του τηλεφωνήσει να δει που είναι, αλλά δεν ήθελε να τον εξοργίσει, οπότε σκέφτηκε να του στείλει ένα μήνυμα. Ναι, ήταν θυμωμένη. Όχι, δεν έπρεπε να το δείξει. Θα θύμωνε και θα είχε και δίκιο. Ίσως κάπου να τον καθυστέρησαν.
"Κρύωσε το φαγητό", του έστειλε. Μετά από 10 λεπτά ήρθε μήνυμα. "Συγνώμη, μια άλλη φορά."
Αυτό ήταν. Σαν να την είχε σκοτώσει. Πάλι σπίτι. Μόνη. Εκείνος κάπου έξω. Μπορεί και με κάποια άλλη. Έτσι έκανε κάθε φορά. Φρόντιζε να την πληγώνει και να την πονάει. Ούρλιαξε στο άδειο σπίτι. Μόνη. Κανείς δεν την άκουσε. Κανείς δεν θα ενδιαφερόταν άλλωστε να την ακούσει έτσι πως τα είχε κάνει.
Έβαλε ένα ποτό για να πιει. Κοίταζε από το τζάμι. Πίστευε ακόμα ότι θα έρθει. "Δεν μπορεί να μην του λείπω. Έχει ένα μήνα να με δει", σκέφτηκε.
"Πόσο ηλίθια είμαι;", είπε δυνατά κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέπτη. Άκουγε το παραμύθι αδιαμαρτύρητα και χωρίς να πει κουβέντα. Και τα όνειρα της παρεά με τον άφαντο πρίγκιπα σουλατσέραν αβέρτα μέσα στους διαδρόμους του μυαλού της ξέροντας πως δεν θα γίνουν ποτέ πραγματικότητα. Γνωρίζοντας πως έχει πέσει σε πλάνη. Πώς είναι χαζή που τον ανέχεται και που νομίζει ότι την αγαπάει. Τίποτα δεν ισχύει. Και όλα ήταν ψέματα.
Παραμύθια για να την παίρνει ο ύπνος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου