Γεια σας με λένε Ελένη. Κάποτε ήμουν βασίλισσα. Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε γύρω μας αίμα. Παντού αίμα. Και εμφανίστηκε η θεία. Η θεία Ευρώπη ήρθε και μας βοήθησε να ζήσουμε και να καθαρίσουμε τα ιμάτια μας από το αίμα των συγγενών μας. Μας είπε να ζούμε με ειρήνη. Και μας έδωσε όλους ένα παγούρι σαν άλλος Αριστοφανικός Δικαιόπολις και ήπιαμε ειρήνη.
Και ζήσαμε στην ειρήνη. Μεγάλωσα έτσι μέσα στη ζεστή και όλο θαπλωρή αγκαλιά της θείας Ευρώπης που φρόντιζε για πολλά χρόνια να ζω σαν πριγκιπέσσα. Πολλές φορές ένιωθα πως τα άλλα μου ξαδέρφια μάλωναν και μερικές φορές κοιτούσαν και έμενα εχθρικά, αλλά δε με ένοιαζε γιατί η θεία μου έλεγε να μην ανησυχώ και ότι γεννήθηκα σε τόπο ευλογημένο και γόνιμο.
Μια μέρα όμως η θεία Ευρώπη αρρώστησε από τα γηρατειά και θόλωσε η κρίση της. Δεν έβλεπε καλά και δεν άκουγε και ξαφνικά άρχισα να νιώθω ότι αγαπάει περισσότερο τα άλλα της ανίψια παρά εμένα. Δε μου έδινε την απαιτούμενη αγάπη και στοργή και έπαψε να με χαρτζιλικώνει. Έγινα το αποπαίδι της οικογένειας και όλοι σκέφτονταν πως θα με ανεχθούν στο κυριακάτικο τραπέζι αφού κανείς δεν ήθελε να κάτσει δίπλα μου γιατί φοβόντουσαν ότι θα τους μιλήσω για τη θεία.
Η θεία είχε πολλά λεφτά, αλλά ήταν γριά και δεν μπορούσε να τα διαχειριστεί μόνη της. Έτσι, είχε πει στον μεγαλύτερο ανηψιό της, τον Χάνς, να διαχειρίζεται την περιουσία της. Ο Χανς δεν με συμπαθούσε από παιδί, αλλά χάριν της οικογενειακής μας καταβολής για πολλά χρόνια με χαρτζιλίκωνε και αυτός από τα λεφτά της θείας. Κάποια στιγμή όμως μου είπε πως αν δεν του επιστρέψω όσα μου δώσε θα με διώξει από το κυριακάτικο τραπέζι. Για μένα όμως αυτό ήταν ένα τεράστιο πλήγμα καθώς όλοι μου οι πρόγονοι ήταν κάθε Κυριακή εκεί για χρόνια. Έκανα λοιπόν πολλές προσπάθειες να τον πλησιάσω εκείνος όμως ήθελε να γίνει το δικό του και δεν άκουγε τι του έλεγα. Μου ζητούσε γη και ύδωρ για να μου δίνει από τα λεφτά της θείας. Εγώ χάριν της συγγένειας μας έκανα πίσω και του έδινα ότι ζητούσε μα όσο περνούσαν τα χρόνια άρχισα να χάνω όσα είχα και ακόμη περισσότερα.
Και ξάφνου άρχισα να ανακαλύπτω πως τα παιδιά μου κλέβαν κρυφά από τα σεντούκια μου τα λεφτά της θείας και ο Χάνς μια μέρα το έμαθε. Μου ζήτησε τα χρήματα, αλλά δεν είχα να τα δώσω. Και ήμουνα λυπημένη γιατί με πρόδωσε και η οικογένεια μου και τα παιδιά μου. Γιατί δεν ήμασταν ενωμένοι όπως παλιά και δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να ξαναγίνουμε.
Η θεία Ευρώπη είχε πει κάποτε - στα πρώτα κυριακάτικα τραπέζια - πως θέλει να μας βλέπει ενωμένους, να μην μαλώνουμε όπως παλιά. Να έχουμε ειρήνη και ομόνοια και να γίνουμε σοφοί μεγάλοι και τρανοί. Μα η ζωή τα έφερε έτσι ώστε πάλι να μαλώνουμε όπως παλιά. Τότε που το αίμα των αδελφών μας είχε βουλώσει τις τρύπες των σπιτιών. Που η ομόνοια και η αγάπη χάθηκαν. Είχαν πει ποτέ ξανά μονάχος κανείς. Και τώρα εγώ νιώθω μονάχη. Και ξέρεις η μοναξιά είναι μεγαλύτερη όταν είναι δίπλα σε ανθρώπους και εγώ νιώθω μοναξιά δίπλα σε ανθρώπους. Νιώθω πως αν δω το αίμα πάλι να κυλάει δεν ξέρω πως να το σκουπίσω και να κλείσω την πληγή, νιώθω πως αν δω τα τρένα να σταματάνε δεν έχω τρόπο να τα λειτουργήσω, νιώθω πως αν δω τα δέντρα να μαραίνονται δεν έχω νερό να τα ποτίσω.
Νιώθω πως γέρασα και εγώ, και πως τα παιδιά μου τρώγονται ποιος θα με αντικαταστήσει. Νιώθω πως δεν ζούμε πια αγαπημένοι και πως πια το αίμα των ανθρώπων δεν είναι κόκκινο, αλλά έχει άλλα χρώματα. Νιώθω ότι οι άνθρωποι θα ζητάνε το αίμα των άλλων. Νιώθω απογοήτευση. Νιώθω ότι έχασα τη θέση μου στο κυριακάτικο τραπέζι. Νιώθω ότι έχασα την οικογένεια μου και τους φίλους μου, γιατί το δικό μου αίμα είναι κόκκινο και δεν έχω να τους δώσω κάτι άλλο.
Και τα παιδιά μου, εκείνα που μου κλέψαν τα σεντούκια, λένε πως φταίει το αίμα μου. Φταίει η καταγωγή μου και μου ζητάνε να χαθώ σε χώματα και ερήμους και να θαφτώ κάτω από κόκκινα σεντόνια.
Δεν ξέρω πια ποιον μπορώ να εμπιστευτώ και νιώθω το χώμα που φτιάχτηκα να λιώνει, κάτι με βαραίνει στα πόδια και το αίμα μου αλλάζει χρώμα. Της θείας τα μάτια αργοσβήνουν.
Θεία θυμήσου μόνο εσύ μπορείς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου