Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Το μπαράκι 2

Έκανε μια παύση και χαμογέλασε με πικρία. Ήπιε και την τελευταία γουλιά από το ποτό της κοιτώντας την τζαμαρία. Κοιτούσε ανήσυχα την ώρα στο κινητό. Σαν να περίμενε κάποιον.
" Ξέρεις, συνέχισε, κάθε φορά που γυρίζω το βλέμμα μου κάπου σκέφτομαι πως θα τον δω και όταν ακούω το όνομα μου είναι σαν να το ακούω από τα χείλη του. Δεν ξέρω τι είναι αυτό. Δεν ξέρω πως το λένε. Το ζώ συχνά. Μερικοί το λένε έρωτα. Μα ο έρωτας είναι αμοιβαίος. Αλλιώς δεν είναι τίποτα. Για να υπάρξει, πρέπει να υπάρχουν δυο. Δύο αισθήματα, δύο φωνές, δύο βλέμματα, δύο άνθρωποι. Για μένα δεν ξέρω τι υπάρχει. Ίσως μόνο αυτή η τελευταία τζούρα από το τσιγάρο μου και λίγα λεφτά στο πορτοφόλι για ακόμα ένα ποτό. Θα πιεις μαζι μου ακόμα ένα; "
Δεν της αρνήθηκα. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Σήμερα ήθελε κάπου να ανοιχτεί. Να μιλήσει.
Παραγγείλαμε δυο από τα συνηθισμένα. Μας ξέραν πια. Ο μπάρμαν την γλυκοιτούσε κιόλας. Είναι όμορφη κοπέλα τώρα που την παρατηρώ. Ο μπάρμαν της χαμογέλασε καθώς τον πλήρωνε, αλλά εκείνη γύρισε από την άλλη.
" Τον βλέπεις αυτόν; " με ρώτησε.
" Ναι" της αποκρίθηκα. " Είναι όμορφος."
" Άμα σ' αρέσει χάρισμα σου. "
" Εσένα κοιτάει όμως. "
" Κάθε βράδυ μου ζητάει να με πάει σπίτι. Τι να τον κάνω όμως; Άλλο ένα κορμί στα ίδια σεντόνια και ένα ακόμα χτύπημα στην πόρτα το πρωί πριν ξυπνήσω. Τους ξέρω καλά δαύτους. Μεγάλωσα μ' αυτούς. Αν γουστάρεις να περάσεις την βραδιά σου κέρασε τον ένα ποτό. Θα μου πεις είσαι γυναίκα και αυτός άντρας. Πια οι άντρες απο τις γυναίκες περιμένουν. "
" Εσύ από ποιον περιμένεις; " ,την ρώτησα χαμηλόφωνα.
" Εγώ περιμένω να ανοίξει η πόρτα ", είπε και ήπιε το ποτό της μονορούφι. Σταμάτησε να μιλά για λίγα δευτερόλεπτα και έκανε έναν κύκλο το μαγαζί με τα μάτια της. Μετά κοίταξε την ώρα.
" Είναι αργά, πάμε", χαιρετήσαμε το αγόρι στο μπαρ που για άλλο ένα βράδυ της έγνεψε προς το μέρος του και εκείνη του χαμογέλασε αρνητικά.
Μπήκαμε στο αμάξι και με κατέβασε μέχρι το μετρό. Εκείνη την ώρα στη λεωφόρο δεν είχε ψυχή. Είχε πάει κιόλας πέντε. Μόνο κάτι ξενύχτηδες τριγυρνούσαν περιμένοντας ν' ανοίξει το μετρό. Αφού την καληνύχτησα μου αποκρίθηκε, " καληνύχτα και όνειρα γλυκά, να ονειρευτείς τον πρίγκιπα σου."
Έκλεισε το παράθυρο και έφυγε. Έμεινα μόνη και έκατσα στα σκαλοπάτια του μετρό περιμένοντας ν' ανοίξει και προσπάθούσα να σκεφτώ όσα μου είπε απόψε. Σάμπως κατάλαβα και τίποτα; Περίεργη γυναίκα σκέφτηκα. Με τόσο έρωτα, έχασε το μυαλό της. Μετά θυμήθηκα το βλέμμα της που κάτι έψαχνε στο μπαράκι. Ίσως να ήταν το στέκι τους και να τον περίμενε. Ίσως τελικά και να μην ήταν τόσο περίεργη. Αλλά αυτός; Αυτός δεν είχε καταλάβει τίποτα; Αυτός γιατί δεν ήρθε στο μπαράκι να την βρει; Μήπως και εκείνος περίμενε σε κάποια άλλη γωνιά της Αθήνας να τον συναντήσει; Μήπως το σημείο συνάντησης των ανθρωπων δεν είναι πάντα το ίδιο; Μήπως κάποιες φορές περιμένουμε τα ίδια πράγματα αλλά αλλού;  Ίσως και εκείνος να είχε γίνει λιώμα σε κάποιο άλλο μπαράκι της Αθήνας και να την περίμενε. Και ίσως και αυτός να κοίταζε γύρω του για να την βρει, αλλά να μην ήταν πουθενά. Ίσως και να ήξερε ότι τον περιμένει, αλλά να μην πήγε.
Ίσως να μην πήγε για το καλό της.
Μπήκα στο μετρό και γύρισα στο σπίτι.
Μια μέρα ίσως και να βρεθούν σκέφτηκα. Αλλά ίσως τότε να είναι αργά.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου