Στεκόταν αμίλητη και κάπνιζε το τσιγάρο της. Ο καπνός είχε γεμίσει το δωμάτιο και το πρόσωπο της φαινόταν θολό. Ξεφυσούσε τον καπνό αναστενάζοντας και ρούφαγε που και που μια γουλιά από το ποτό της. Ήταν ακόμα ένα βράδυ σε εκείνο το μπαράκι με το παλιό πικ απ και την μεγάλη τζαμαρία, σε μια γωνιά της Αθήνας κάπου χωμένο, εκεί που πολλά μπαράκια είναι ξεχασμένα μέχρι να τα ανακαλύψεις και να τα κάνεις στέκια σου. Δεν πήγαινε πολύ συχνά και ας το αγαπούσε αυτό το μέρος. Είχε πολλές δουλειές για να μοιράζει τόσο χρόνο στη διασκέδαση. Τώρα τελευταία όμως πήγαινε πολύ συχνά. Με καλούσε και εμένα. Μερικές φορές δεν μιλούσαμε πολύ. Δηλαδή εκείνη. Κρατούσε το τσιγάρο της και κοίταγε το μπάρ ψελίζοντας διάφορους σκοπούς άλλες φορές αυτούς από το πικ απ, άλλες φορές δικούς της.
Σήμερα δεν μιλούσε καθόλου.
Δεν είχε όρεξη.
Την ρώτησα γιατί.
Άρχισε να μου μιλά. Δεν το περίμενα. Δεν το είχε ξανακάνει ποτέ. Ήθελε να την ρωτήσω σήμερα. Να μάθω τι έχει. Ήταν εκείνος πάλι. Εκείνος που χρόνια τώρα έπαιρνε διάφορες μορφές, ονόματα και μυρωδιές, μα πάντοτε άφηνε την ίδια πικρή γεύση στα χείλη και το ίδιο παράπονο στην καρδιά.
" Όχι ότι με νοιάζει και πολύ, ψέλλισε, αλλά να δεν μπόρεσα ποτέ να του πω πόσο τον αγαπάω. Ήθελα, αλλά δεν μπόρεσα. Και τον άφησα να πιστεύει ότι δεν νοιάζομαι. Μα ήταν λάθος, γιατί εγώ τον αγαπούσα περισσότερο από ότι εκείνος. Περισσότερο από όσο περίμενε. Αλλά δεν τόλμησα ποτέ να το παραδεχθώ. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή δεν ήθελα να ξέρει την αδυναμία μου αυτή. Ίσως επειδή φοβόμουν ότι την κατάλληλη στιγμή θα την εκμεταλλευτεί όπως κάναν και οι υπόλοιποι. Ήθελα να πιστεύω πως δεν ήταν σαν τους υπόλοιπους.
Και δεν ήταν. Είχε κάτι στα μάτια του που τον διαχώριζε από τους άλλους. Ήταν ένα μικρό παιδί με πρόσωπο ενήλικα. Ένα χαμόγελο κρυμμένο πίσω από έναν σκιθρωπό άνθρωπο. Μια ζεστή αγκαλία πίσω από ένα κρύο άγγιγμα. Τα πιο όμορφα μάτια πίσω από μια αδιάφορη ματιά. "
Σταμάτησε να μιλά για λίγο και έπιασε το πακέτο με τρεμάμενα χέρια. Ήθελε ένα τσιγάρο ακόμα για να συνεχίσει. Άναψε και συνέχισε ρουφώντας με μανία.
" Θα μου πεις, την πάτησα. Ναι, ίσως. Αλλά δεν το διάλεξα. Μια μέρα ξαφνικά τον κοίταξα και το δωματιο άδειασε. Αυτό ήταν, είπα μέσα μου. Και όσο περνούσε ο καιρός τα πράγματα γινόταν χειρότερα. "
" Και τώρα; "την ρώτησα.
" Τώρα; " είπε και γέλασε σαρκαστικά. " Τώρα κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι εκείνο το πρώτο του βλέμμα που δεν θυμάμαι πότε ήταν - ή ποιο απο όλα ήταν το πρώτο - και λέω στον εαυτό μου, " ναι αυτό ήταν, ακόμα και αν δεν είναι πια". Μικρή μου δεν έχουν όλα τα παραμύθια χαρούμενο τέλος. Σε κάποια ο πρίγκιπας δεν έρχεται ποτέ ή έρχεται αλλά φεύγει γρήγορα. "

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου