Μολλάς Φραγκίσκος
Καλοκαίρι του ’85. Ένα από τα καλοκαίρια που
χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη όχι μόνο τη δική μου, αλλά και των πέντε. Ήμασταν
πέντε! Παρόλο που οι δύο έρχονταν κάθε καλοκαίρι εμείς τους θεωρούσαμε βασικά
μέλη της ομάδας.
Ο Νικήτας και η Μυρσίνη έμεναν στην Αυστραλία. Η
μητέρα τους ήταν από εδώ, από το χωριό. Είχαν το πέτρινο σπίτι στο λόφο. Ένα
από τα ωραιότερα αρχοντικά που υπήρχαν την εποχή εκείνη. Εδώ τα δύο αδέρφια
απολάμβαναν επί τρία ολόκληρα χρόνια τις καλοκαιρινές τους διακοπές από το ’83
έως και το ’85, μαζί πάντα με τους γονείς τους. Εγώ ,ο Γιώργης και η Μαριγούλα
κάθε φορά περιμέναμε πως και πως την ημέρα που θα έφτανε το αεροπλάνο από την
Αυστραλία και θα βλέπαμε ξανά τους πολυαγαπημένους μας φίλους. Όσο καιρό
περνούσαν τα παιδιά στο χωριό ήμασταν αχώριστοι εκτός από τις ώρες του ύπνου
βέβαια όπου εκεί ο καθένας γύριζε στο σπίτι του με την λαχτάρα να ξημερώσει και
πάλι και να δει την παρέα του.
Μπορεί τους δύο πρώτους χρόνους η ώρα να κυλούσε
ευχάριστα και η καθημερινή ρουτίνα να είχε φτάσει στο ζενίθ της, τον τρίτο
χρόνο αν και όλα έδειχναν ότι θα επαναληφθεί αυτό ,συνέβη κάτι που ανέτρεψε όλα
τα προβλεπόμενα.
«Αργούν ;» Ρώτησε η Μαριγούλα. Ήταν η δέκατη έβδομη
φορά που ξεστόμιζε αυτή τη φράση. Τις μετρούσα, με την ιδέα ότι αν έχω κάτι να
κάνω θα περνούσε πιο γρήγορα η ώρα, αλλά και επειδή με εκνεύριζε αφάνταστα όλη
η κατάσταση άγχους και η διατάραξη της ηρεμίας που προκαλούσε αυτή η κουβέντα
της. Ο Γιώργης χαμογέλασε διστακτικά. Κάτι μου έλεγε ότι ήξερε αυτό που
σκεφτόμουν. Αυτή τη φορά δεν άντεξα. «Αμάν ρε Γιώργη τι πράγμα είναι αυτή η
αδερφή σου; Μέχρι και γάιδαρο σκάει! Όπου να ’ναι θα ’ρθούν.»
Ο Γιώργης δεν άντεξε να συγκρατεί τα γέλια του άλλο.
Η Μαριγούλα βλέποντας τον αδερφό της ανήμπορο να την υπερασπιστεί γύρισε προς
το μέρος μας και με ένα ανόητο ύφος, είπε: «Μμμ! Ποιος μιλάει; Εσύ βρε από την
αγωνία που έχεις, έφαγες όλα τα νύχια σου. Κοίτα, κοίτα χάλια! Ο ένας χτυπιέται
στα γέλια και ο άλλος τρώει τα νύχια του. Και μετά σου λένε άντρες, κολόνες του
σπιτιού, αφεντικά. Βρε έτσι είναι οι άντρες;»
Και ενώ εγώ ήμουν έτοιμος να την αποστομώσω, αν και
δεν είχα σκεφτεί τον τρόπο με τον οποίο θα το καταφέρω, ο Γιώργης μας
διακόπτει: «Ένα ολόκληρο καλοκαίρι είναι μπροστά μας χωρίς σχολεία, ανάγνωση
και αριθμητική και εσείς το μόνο που κάνετε είναι να μαλώνετε ;»
Ξάφνου τη θέση της έντασης και του καβγά πήρε η
ησυχία. Το μόνο που ακουγόταν ήταν τα φύλλα της φλαμουριάς που βρισκόταν στο
κέντρο της μικρής πλατείας του χωριού και μερικά τζιτζίκια που τριβέλιζαν μέσα
στη ζέστη του μεσημεριού. Όλη αυτή η ηρεμία δεν κράτησε για πολύ. Η Μαριγούλα
τσίριζε από τη χαρά της. Εγώ και ο αδερφός της την βλέπαμε απορημένοι. Για
κάποια δευτερόλεπτα προσπαθούσε να αρθρώσει μια λέξη. «Μυ-Μυ-Μυρσίνη!»
Η καρδιά μου άρχισε να σφυροκοπάει. Νόμιζα ότι θα
φύγει από τη θέση της και θα εκτοξευθεί μέτρα μακριά. Ήταν αλήθεια! Μπορεί οι
άλλοι δύο φίλοι μου να με κορόιδευαν και εγώ να προσπαθούσα να τους διαψεύσω,
βαθιά όμως μέσα μου το ήξερα πως είχα κρυμμένα αισθήματα γι’ αυτήν την κοπέλα.
Ήταν δύο χρόνια μικρότερη από εμένα. Τον Αύγουστο έκλεινε τα δώδεκα! Ήταν ψηλή,
αδύνατη με πράσινα μάτια και χρυσές μπούκλες που έφταναν ως τους ώμους της.
Το μυαλό μου πλημμύρισε από ένα πλήθος μηνυμάτων.
Άλλα ήταν χαράς, άλλα αγωνίας, άλλα άγχους. Η σύγχυση εξαφανίστηκε ως δια
μαγείας όταν την άκουσα να με φωνάζει. «Κωστή, Κωστή! Παιδία! Ήρθαμε!» Γύρισα
να τους αντικρίσω. Τα χείλη μου έφταναν ως τα αυτιά μου. Είχαν αλλάξει αρκετά.
Ο Νικήτας είχε ψηλώσει και στο πρόσωπο του το παιδικό χνούδι είχε εξαφανιστεί.
Η Μυρσίνη έδειχνε πως είχε μεγαλώσει και αυτή. Δεν ήταν το κοριτσάκι που ήξερα.
Ήταν μία δεσποινίδα πλέον.
Μόλις κατέβηκαν από το αυτοκίνητο έτρεξα να την
αγκαλιάσω. Το ίδιο και αυτή. Η μυρωδιά της ήταν μοναδική. Αυτό το ολοφύσικο
άρωμα του δέρματος της είχε καρφωθεί μεσ’ το νου μου. Τρέξαμε στο ‘Μυστικό Φυλάκιο’.
Έτσι είχαμε ονομάσει το δεντρόσπιτο που φτιάξαμε όλοι μαζί το πρώτο καλοκαίρι.
Ήταν το κατασκοπευτήριο μας. Από εκεί μπορούσε κανείς να δει όλο το χωριό.
Συζητούσαμε με τις ώρες. Αρχίσαμε με το τι κάναμε
όλο το χειμώνα κι έπειτα θυμηθήκαμε τις σκανταλιές και τις υπόλοιπες υπέροχες
στιγμές που απολαύσαμε καθ’ όλη τη διάρκεια της φιλίας μας.
Οι μέρες κυλούσαν σαν το νερό. Κάθε πρωί ο Νικήτας
και η Μυρσίνη περνούσαν από το σπίτι μου για να με φωνάξουν και ύστερα όλοι
μαζί τρέχαμε στο σπίτι του Γιώργη και της Μαριγούλας για να τους πάρουμε κι
αυτούς. Η Μαριγούλα μέσα σε όλα τα ελαττώματα που είχε ήταν και η λατρεία της
για τον ύπνο. Ήταν η τελευταία που ξυπνούσε καθημερινά και μας καθυστερούσε
όλους.
Αμέσως μετά στο Μυστικό Φυλάκιο είχαμε συμβούλιο.
Εκεί καθόμασταν ως συνήθως ολόκληρα τα πρωινά. Άλλες φορές μιλούσαμε, άλλες
πάλι παίζαμε. Κάθε φορά όμως ήταν ο πρώτος μας προορισμός.
Είχε περάσει κιόλας μιάμιση εβδομάδα. Ούτε που την
κατάλαβα. Συνολικά τα παιδιά θα έμεναν τρεις εβδομάδες. Φοβόμουν να σκεφτώ πως
οι μισές διακοπές τους είχαν περάσει και πως σε μια εβδομάδα όλα θα ήταν όπως
και πριν. Θα είμαστε δηλαδή τρεις και όχι πέντε. Θα πηγαίνω μόνος μου κάθε πρωί
να φωνάζω τη Μαριγούλα και τον αδερφό της και θα περιμένουμε πάλι τους φίλους
μας να έρθουν για τις καλοκαιρινές διακοπές τους.
Την 27η Ιουλίου του 1985, ημέρα Σάββατο πιστεύω πως
δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Εκείνη την ημέρα είχα ξυπνήσει με πάρα πολύ καλή
διάθεση. Αμέσως κατέβηκα στο ισόγειο του σπιτιού για να πάρω πρωινό και να
φύγω. Από τις σκάλες όμως ακόμα άκουγα τη μητέρα μου να φωνάζει. Δεν μπορούσα
να ξεχωρίσω τι ακριβώς έλεγε. Από τη μία έκλαιγε και από την άλλη φώναζε. Ο
πατέρας προσπάθησε να την ηρεμήσει εκείνη όμως τον απωθούσε λέγοντας του πως
δεν ήθελε να την ακουμπά και πως τον σιχαίνεται.
Ένιωθα πάρα πολύ άσχημα ,λες και ήμουν εγώ αυτός που έφταιγε. Ένας κόμπος είχε
τοποθετηθεί στο στομάχι μου . Κατάφερα να φύγω στα κλεφτά από την πόρτα της
κουζίνας χωρίς να με πάρουν είδηση. Ξεκίνησα να πηγαίνω προς το αρχοντικό του
γερό-Νικήτα όπου έμεναν η Μυρσίνη και ο αδερφός της. Ήθελα να τους προλάβω πριν
φτάσουν στο σπίτι και αντικρίσουν την συγκεκριμένη κατάσταση. Μόλις όμως
κόντευα στο σπίτι τους ο καβγάς έγινε πιο έντονος. Αυτή τη φορά με
πρωταγωνιστές τους γονείς των φίλων μου. Ο πατέρας τους ο Ρίτσαρντ ωρυόταν. Από
αυτά που έλεγε τα μισά ήταν αγγλικά και τα υπόλοιπα ελληνικά. Από μερικά που
κατάλαβα ήταν και το γεγονός ότι η γυναίκα του βγήκε τα μεσάνυχτα από το σπίτι
και συναντήθηκε με κάποιον άντρα.
Δεν πρόλαβα να γυρίσω την πλάτη μου και να φύγω και
τα παιδιά βγήκαν από το παράθυρο της τουαλέτας. Χωρίς να μιλήσουμε, συμφωνήσαμε
να ξεχάσουμε ότι έγινε. Φύγαμε και πήγαμε στο δεντρόσπιτο όπου μας περίμεναν
και οι υπόλοιποι. Δεν δώσαμε συνέχεια στο θέμα απλά το προσπεράσαμε.
Είχε πάει πλέον έξι. Όλοι οι γέροντες βρίσκονταν στο
καφενείο του χωριού. Εμείς τα παιδιά στη παιδική χαρά και στο γήπεδο. Ενώ όλοι
οι υπόλοιποι απολάμβαναν τον απογευματινό τους καφέ στις αυλές των σπιτιών
τους.
Μπαμ! Μπαμ! Ακούστηκε, και όλοι διακόψαμε ότι κι αν
κάναμε εκείνη τη στιγμή. Ένιωσα πάλι τον πρωινό κόμπο μόνο που αυτή τη φορά
είχε σφίξει πάρα πολύ. Για λίγα δευτερόλεπτα ανάσαινα.
Αμέσως γύρισα και είδα τη Μυρσίνη. Το βλέμμα της
ήταν φοβισμένο. Σαν κάτι να ήθελε να μου πει. «Θα είμαι κοντά σου για πάντα.»
της είπα και την αγκάλιασα. Ξαφνικά ακούγεται μια κραυγή. Ο Νικήτας κοιτά προς
το μέρος μου. Επί τρία λεπτά κυριαρχούσε πλήρης σιωπή. Έπειτα φάνηκε από τη γωνία
του σοκακιού ο Ρίτσαρντ που κατευθυνόταν προς το μέρος μου. Δεν τον σταμάτησε κανείς
απλά τον παρακολουθούσαμε. Τράβηξε από την αγκαλιά μου την Μυρσίνη και από το
χέρι τον Νικήτα και ύστερα χάθηκε από εκεί που ήρθε.
Την επόμενη μέρα έμαθα πως οι γονείς μου σκοτώθηκαν.
Ο άντρας που συναντήθηκε η μητέρα του Νικήτα ήταν ο πατέρας μου και όταν ο
Ρίτσαρντ το έμαθε θέλησε να πάρει εκδίκηση για την απιστία της γυναίκας του.
Λίγο πριν όμως πατήσει την σκανδάλη η μητέρα μου μπήκε μπροστά.
Τελικά ο Ρίτσαρντ πήρε τα παιδιά του και γύρισε πίσω
στην Αυστραλία. Μετά από οχτώ χρόνια η Μυρσίνη ήρθε στην Ελλάδα για σπουδές
πέρασε στο ίδιο πανεπιστήμιο με εμένα. Εκεί συναντηθήκαμε και με ερωτεύτηκε και
αυτή. Πέντε χρόνια αργότερα παντρευτήκαμε και έπειτα από δύο ακόμη αποκτήσαμε
το πρώτο από τα δύο παιδιά μας. Και τώρα που εγώ είμαι σαράντα δύο ετών και η
Μυρσίνη σαράντα ,εξακολουθώ να είμαι κοντά της όπως είχα
υποσχεθεί!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου