Γύρισε στο σπίτι. Είχε ήδη ξημερώσει. Έκατσε στο μπαλκόνι, πήρε μια ζακέτα. Ο καιρός δεν ήταν ακόμα για πειράματα. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά, αλλά το αεράκι του πρωινού ήταν εκεί για να σου κολλήσει την πρώτη ανοιξιάτικη γρίπη. Άνοιξε το πακέτο με τα τσιγάρα που είχε αγοράσει από το περίπτερο πριν λίγο. Έψαξε τον αναπτήρα της, αλλά δεν ήταν στην τσάντα της. Θα τον ξέχασε στο μπαράκι σκέφτηκε. Την έπιασε ένας πανικός σαν να έχασε το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Έψαχνε σαν τρελή μέσα στο σπίτι να βρει αναπτήρα. Είχε στο ντουλάπι με τα μαχαιροπίρουνα, καλά θυμόταν.
Έκατσε στο μπαλκόνι να κάνει ένα τσιγάρο. Δεν είχε ύπνο. Ο ήλιος ανέτειλε και η ομορφιά του γέμιζε την ψυχή της. " Πόσο όμορφα πράγματα υπάρχουν στον κόσμο ", σκέφτηκε και ρούφηξε άλλη μια τζούρα. Οι άνθρωποι κοιμούνταν ακόμα και ελάχιστοι τριγυρνούσαν στους δρόμους. Ήταν Κυριακή. Σήμερα δεν είχε δουλειά. Θα καθόταν να κοιμηθεί.
Το τσιγάρο τέλειωσε. Πήγε στο δωμάτιο να ξαπλώσει.
Μόλις πήγε να κλείσει τα μάτια και ξάφνου άκουσε ένα θόρυβο στην πόρτα.
Σηκώθηκε απότομα και βάδισε προς τ' εκεί. Κοίταξε από το ματάκι. Δεν ήταν κανείς. Ιδέα μου θα ήταν σκέφτηκε. Γύρισε την πλάτη της, αλλά πριν προλάβει να κάνει βήμα, ξανά η πόρτα." Κανέναν δεν βλέπω, πως γίνεται", ξανασκέφτηκε.
Άνοιξε δειλά δειλά την πόρτα και στάθηκε αμίλητη. Μια ανθρώπινη μάζα ήταν στα πόδια της. Έσκυψε και τον ακούμπησε στο πρόσωπο.
" Πώς είσαι έτσι; ", τον ρώτησε.
" Ήρθα ", της αποκρίθηκε.
" Έλα μέσα ".
Τον έβαλε να κάτσει στον καναπέ και πήγε να του φτιάξει έναν καφέ. Ποιος ξέρει πόσα ποτά είχε πιει. Του έφερε τον καφέ και τον κοίταξε στα μάτια.
" Πιες", του είπε σχεδόν φωνάζοντας του.
" Μην μου φωνάζεις, εγώ ήρθα για σένα. "
" Για να σε δω μεθυσμένο και να χαρώ; ", του απάντησε.
" Για να σου μιλήσω ".
" Δεν νομίζω ότι είσαι σε θέση".
" Είμαι. Θα ακούς και δεν θα μιλάς για λίγο. Μπορείς; "
Δεν απάντησε. Του έγνεψε καταφατικά και τον άφησε να μιλήσει.
" Ξέρεις πως είναι τα πράγματα ", της είπε μισογελώντας. " Είναι δύσκολο να παραδεχθείς πολλές φορές. Εγώ... " είπε κρατώντας την ανάσα του σαν να πήγαινε να τον πνίξει. " Εγώ ήρθα να σου πω όσα δεν σου είπα τόσο καιρό. Ξέρεις ο ένας πάντα περιμένει από τον άλλο χωρίς να σκέφτεται ότι και ο άλλος περιμένει από αυτόν. Έτσι έκανα και εγώ. Το ξέρω ότι πολλές φορές ήμουν λάθος, μα σου ζητώ συγνώμη. Ξέρεις δεν λέω συχνά αυτή τη λέξη. Πρέπει να το εκτιμήσεις. Ήρθα χωρίς να περιμένω να μου πεις να μείνω, αλλά για να σου πω όσα είναι να σου πω και να φύγω. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για να τα δικά του συναισθήματα και όχι για του άλλου. Εγώ πχ σου δίνω την αγάπη μου χωρίς να περιμένω να μου πεις απαραίτητα ότι μ' αγαπάς".
Κόπασε για λίγο. Ήπιε λίγο καφέ, την έπιασε από το πρόσωπο, την κοίταξε στα μάτια και της είπε.
" Δεν ήρθα για να νιώσεις άσχημα, ούτε για να ενοχλήσω. Θα φύγω. Να σου είπα ότι ήταν να σου πω. Ναι, τα παραδέχομαι όλα. Ναι, σε θέλω και ζηλεύω να σε βλέπω με άλλους. Με αυτούς που τάχα στο παίζουν φίλοι και σου απλώνουν χέρι. Θα μου πεις με ποιο δικαίωμα.. Δίκιο θα 'χεις. Με κανένα."
Σηκώθηκε από τον καναπέ αμίλητος.
"Ευχαριστώ για τον καφέ, καλημέρα", είπε και άνοιξε την πόρτα για να φύγει.
Εκείνη έμεινε να τον κοιτάει σαν να είχαν καρφωθεί τα πόδια της στο πάτωμα. " Μ' αγαπάει ", σκέφτηκε. Αυτό ήθελα να ακούσω. Αλλά τα πόδια της παρέμεναν κολλημένα στο πάτωμα, θαρρείς και κάτι την σταματούσε από το να τρέξει στην αγκαλιά του. " Τρελή είμαι ", σκέφτηκε, " τρελή που τον αφήνω να φύγει ".
" Στάσου" , του φώναξε πριν προλάβει να κλείσει την πόρτα και έτρεξε πίσω του.
" Νομίζεις ότι θα σε αφήσω να φύγεις; "
Εκείνη την μέρα δεν κοιμήθηκαν. Κάτσαν στο μπαλκόνι μέχρι να βαρεθούν. Δεν βαρέθηκαν. Δεν βαρέθηκαν για πολύ καιρό.
( Οι άνθρωποι δύσκολα παραδέχονται είτε τα καλά είτε τα άσχημα. Κακώς.
Η ηρωίδα δεν μπορούσε να μείνει χωρίς τον έρωτα της. Όπως είπε και μια φίλη είναι αδύνατο να δεχθούμε ότι δύο άνθρωποι που θέλουν ο ένας τον άλλον, δεν μιλούν. Σωστά φίλη μου. Η ηρωίδα έζησε τον έρωτα της. Ζήστε τον και εσείς. )

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου