Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Κι ας φταίω εγώ

Γράφει η east wind

 

Τη νύχτα που φιληθήκαμε νόμισα ότι η Μοίρα χαμογελούσε, όπως εμείς. Πίστευα ότι βρήκα έναν άνθρωπο να μοιράζομαι την καρδιά, το μυαλό και το σώμα μου. Έναν άνθρωπο-στήριγμα. Έναν άνθρωπο δικό μου. Ακούς; ΔΙΚΟ ΜΟΥ! Τα λόγια σου ήταν μετρημένα πάντα. Κι εκείνο το βράδυ δεν είπες πολλά. 

Μ’αρέσεις.
Σε θέλω δική μου.
Η ζωή μου μαζί σου.
Και ο καιρός περνούσε. Και η Μοίρα πότε χαμογελούσε και πότε θλιβόταν. Αλλά τα έχουν αυτά τα ζευγάρια, έτσι δεν είναι; Περάσαμε κύματα και σε ένα από αυτά είπες ότι εμείς είμαστε φτιαγμένοι για να είμαστε μαζί. Περνούσαν οι μέρες και με έβαζες όλο και πιο πολύ στη ζωή σου,στην καθημερινότητά σου. Στο μυαλό σου;  Στην καρδιά σου; Να κάτι που δεν θα μάθουμε ποτέ…
Στην δική μου ζωή έμπαινες σίγουρα. Σε έβαζα εγώ. Και στην καρδιά μου και στο μυαλό μου. Ερωτευόμουν έναν άνθρωπο τον οποίο φρόντιζα να μάθουν οι φίλοι μου μέσα από τις διηγήσεις μου. Δεχόμουν να το παίζεις μάγκας μπροστά στους φίλους σου. Δεχόμουν ακόμη και τις προσβολές σου, τις απότομες συμπερφορές σου. Κι όλα αυτά επειδή ήξερα – κι ακόμη το ξέρω – ότι όλα γινόντουσαν για μια μαγκιά. Αλλά δεν με πείραζε τότε. Αντίθετα, υποχωρούσα. Υποχωρούσα για έναν άνθρωπο που ήθελα να μείνει δίπλα μου.  Και η μία υποχώρηση έφερε την δεύτερη, την τρίτη, την πολλοστή. Κι έγινα μια άλλη.
Έγινα η γυναίκα που έλεγες ότι ήθελες. Ένα κοριτσάκι που κοιτούσε στα μάτια σου και φωτιζόταν μόνο από αυτό το βλέμμα σου. Ένα κοριτσάκι που ήταν πάντα εκεί για εσένα κι εσύ για εκείνο μόνο όταν ήθελες. Ένα κοριτσάκι που προσπαθούσε να ταιριάξει στο κοστουμάκι που της έραβες με τα θέλω σου. Και όπως άλλαζα εγώ, άλλαζες κι εσύ. Οι υποχωρήσεις μου δεν έφταναν πλέον. Ζητούσες κι άλλες… ζητούσες… Το δικό μου κρασί είχε καταντήσει σκέτο νερό, ενώ στο δικό σου ποτήρι το λευκό έγινε το πιο σκούρο μπρούσκο του κόσμου. 
Και βαρέθηκες.
Και κουράστηκα.
Και στο επόμενο κύμα ήρθε το τέλος. Ένα τέλος για το οποίο σε είχα προειδοποιήσει, αλλά επέμενες ότι πάλευα με δικά μου φαντάσματα. Επέμενες ότι όλα ήταν καλά, την ίδια στιγμή που εγώ πνιγόμουν. Πνιγόμουν από τις δικές μου πράξεις. Πνιγόμουν γιατί το κοστούμι ήταν μικρό και, όσο κι αν ρουφούσα την κοιλιά μου, τα κουμπιά δεν έκλειναν. Έτσι γίνεται με εμένα, να ξέρεις. Κάποια στιγμή το κουμπί φεύγει. Όπως και έφυγε.
Και ήρθε το τέλος.
Ένα τέλος που με ανακούφισε σταδιακά. Ένα τέλος που δέχτηκα με δυσκολία – οι φίλοι που ξέρουν πόση. Ένα τέλος για το οποίο φταίμε και οι δυο μας. Εσύ επειδή ζητούσες κι εγώ επειδή έδινα. Έτσι πίστευα ότι έπρεπε να γίνει. Να δίνουμε και οι δύο. Και οι δύο, όμως.
Και πέρασαν οι μέρες και βρεθήκαμε πολλές φορές. Με χαμόγελα που δεν ήταν αληθινά. Με φίλους που ένιωθαν ότι κρατούσαν ένα κρυστάλλινο ποτήρι στα χέρια κάθε φορά που μιλούσαμε εγώ κι εσύ. Και μπήκαμε στους ρυθμούς μας. Μπήκαμε σε ρυθμούς προ σχέσης μας και μου άρεσε. 
Από ό,τι φάνηκε, όμως, ούτε τώρα είσαι ικανοποιημένος. Την ίδια περίοδο που κομπάζεις για τις ερωτικές σου επιτυχίες με άλλες γυναίκες, το τηλέφωνο μου δέχεται κλήσεις σου για ασήμαντες αφορμές.
Να δω τι κάνεις ήθελα.
Να ακούσω τη φωνή σου.
Ποια φωνή; Αυτή που βαρέθηκες πριν λίγο καιρό; Αυτή που επέλεξες να βγάλεις από τη ζωή σου; Μάλλον αυτή…
Κάθε φορά που σήκωνα το τηλέφωνο – αν θυμάσαι έχω σταματήσει πλέον να απαντάω στις κλήσεις σου – δάγκωνα τα χείλη μου. Όχι από ηδονή, όπως παλιά. Αλλά για να πάρω κουράγιο και να εξοπλιστώ με υπομονή. Κουράγιο για να μην με επηρεάζει η χροιά σου και υπομονή για να μην αρχίσω να ουρλιάζω για όσα πέταξες. Κλείναμε το τηλέφωνο και έπλεκα τα δάχτυλά μου μεταξύ τους για να μην σε πάρω πίσω κι αρχίσω τα βρισίδια για όσα πρόδοσες. Αλλά περισσότερο ξέρω ότι δεν πρόδοσες εμένα. Εσένα πρόδοσες. Τα όσα έλεγες ότι ήθελες να ζήσουμε μαζί πρόδοσες. Τα σχέδια που έκανες για το κοινό μας μέλλον πρόδοσες. Θυμάσαι; Έκανες σχέδια και σου έλεγα «θα δούμε». Αλλά τελικά τα σχέδια έμειναν σχέδια.
Εγώ, όμως, είδα και βλέπω ακόμη. Είδα καθαρά τι θέλω και δεν θέλω εσένα. Βλέπω έναν άνθρωπο να τηλεφωνεί και οι σιωπές του να περιμένουν δική μου ενθάρρυνση. Μια ενθάρρυνση που δεν θα έρθει, στο υπόσχομαι. Βλέπω έναν άνθρωπο που ήρθε στο σπίτι μου ζητώντας επανασύνδεση, μια νύχτα που το αλκοόλ κέρδιζε το αίμα στις βλέφες του. 
Παραδέχτηκες ότι φταις. Φταις για όσα παράτησες, είπες. Σου λείπει το χαμογελό μου και οι αγκαλιές μας, είπες. 
Και είναι αλήθεια. 
Φταις.
Αλλά εμείς δεν θα είμαστε ξανά μαζί. 
Συνέχιζε να γεμίζεις τις νύχτες σου με τσόλια και άσε τις αγκαλιές σου να μένουν άδειες.
Κι ας φταίω εγώ.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου